Kresge chapel, MIT, Boston
Eeero Saarinen, 1955
Στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, ένα όμορφο πρωινό, αντί να κοιμάμαι βρέθηκα σε μια εκκλησία για την λειτουργία, Κυριακή γαρ και η ελληνική ταυτότητα λέει χριστιανή ορθόδοξη. Με παρέσυραν, αν και δεν θυμάμαι πως. Νομίζω βασίστηκαν στην περιέργεια μου να παρακολουθήσω την λειτουργία των ορθόδοξων ελλήνων στα εκεί μέρη. Μπορεί να είχα νοσταλγήσει την πατρίδα (μικρή και αθώα ήμουν), μπορεί να είχα αμερικανοποιηθεί τόσο που ένοιωθα το σύνδρομο που διακατέχει κάθε Αμερικανό που σέβεται τον εαυτό του, δηλαδή ότι ανήκει σε μια κοινότητα (και δύο, και τρεις…), μπορεί να το είχα πάρει απόφαση ότι το social networking είναι κάτι που πρέπει να του δώσω σημασία και τι καλύτερο μέρος να αρχίσει κανένας από την εκκλησία. (Καλά που μεγάλωσα σε χωριό και η πνευματικότητα του ‘πηγαίνω εκκλησία’ είχε απομυθοποιηθεί από νωρίς).
Η λειτουργία έλαβε μέρος σε μια ακόμη πατέντα των Αμερικανών, σε ένα inter-faith chapel. Δηλαδή ένας οίκος για τον Θεό/θεούς που απευθύνεται σε όλες τις θρησκείες και πρεσβεύει πάνω απ’ όλα το αίσθημα της θρησκευτικής πνευματικότητας που νοιώθει ο πιστός οποιασδήποτε θρησκείας, και που προσωπικά το βρίσκω τουλάχιστον ύποπτο. Τις περισσότερες φορές τουλάχιστον. Το chapel λοιπόν, αρχιτεκτονικά δεν είχε και πολύ χιούμορ, δεν έβρισκε δηλαδή κανείς, γοτθικά τόξα να υποστηρίζουν βυζαντινούς θόλους πάνω από αγάλματα του Βούδα και της Αφροδίτης, με στρωμένα αραβικά χαλιά στο πάτωμα, κτλ. Ακόμη κι αν οποιοδήποτε trendy design office, έχει τους πολιτικούς μηχανικούς και διακοσμητές που θα διαβεβαιώσουν ότι τέτοια πειράματα είναι πια εφικτά και αποδεκτά.
Το κτίριο ήταν λιτό, λευκό, άδειο, θα μπορούσε να είναι ένα οποιοδήποτε κτίριο, σε οποιαδήποτε γωνιά του κόσμου, ακόμη και του μη δυτικού. Πρόκληση για οποιονδήποτε ιστορικό τέχνης και ειδικά αρχιτεκτονικής. Τι να κάνεις, να εξυμνήσεις την οικουμενικότητα του κτιρίου, να μιλήσεις για τη χαμένη σημειολογία των δημοσίων κτιρίων, να αναρωτηθείς μήπως ο Mies van der Rohe του μοντέρνου κινήματος και το μετα-μοντέρνο είναι το ίδιο πράγμα και να σκίσεις τα πτυχία σου? Δεν απάντησα ποτέ σε αυτό το ερώτημα, το Intro to Art History, καλώς ή κακώς το είχα περάσει. Μπα, λάθος κάνω. Απάντησα. Όταν χρόνια μετά μια καθηγήτρια είχε την φαεινή ιδέα στις εξετάσεις να βάλει θέμα το εξής ερώτημα ‘What is american in American architecture, if there is such a thing. Explain your answer with examples.’ Από τις σπάνιες φορές που καμάρωσα ένα ‘excellent’ πάνω σε γραπτό μου, και μάλλον το καμάρωσα όχι γιατί ήταν excellent αλλά γιατί αν ένας μέσος Αμερικανός διάβαζε το κείμενο, θα ανατρίχιαζε, και όχι από συγκίνηση. Τελικά, την καθηγήτρια καμάρωσα. Συνεννοούμασταν φαίνεται. Και εντάξει, είναι και το chapel που έκανε ο Saarinen στο MIT. Τελικά ισχύει τι μάστορα θα πάρεις να σου κάνει το σπίτι.
Μην ξεφεύγουμε όμως. Είναι Κυριακή πρωί και εγώ βρίσκομαι σε αυτό το κτίριο για την λειτουργία. Εφτά άτομα που την παρακολουθούμε όλοι κι όλοι. Όχι γιατί οι ομογενείς της περιοχής είχαν ξενυχτίσει στα μπουζούκια και δεν μπορούσαν να έρθουν, αλλά γιατί δεν υπήρχαν ομογενείς στην περιοχή, που καταρρίπτει τον μύθο ‘όποια πέτρα κι αν σηκώσεις….’. Και τρεις ιερείς. Μάλλον ένας ιερέας και δύο μαθητευόμενοι. Δεν ξέρω αν ήταν Έλληνες, αν μιλούσαν Ελληνικά, αλλά ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι, η λειτουργία παρ’όλα αυτά στα αγγλικά, εκείνα τα αγγλικά που θα δεις μόνο στην original version του Shakespeare. (Για τις λέξεις μιλάω, το ότι χρησιμοποιούν το ‘thy’ και όχι για πιο πολύπλοκα φαινόμενα γραπτού λόγου και έκφρασης, όπου εκεί ίσως ο Shakespeare υπερτερούσε, αν και δεν έχω διαβάσει ούτε το ένα, ούτε το άλλο).
Άκουγα την λειτουργία με σκυμμένο κεφάλι, τα μάτια να κλείνουν, να σκέφτομαι ότι η διπλανή μου θα τ’ ακούσει για τα καλά που με έσυρε ως εδώ, αν και τι φταίει αυτή, ας έλεγα όχι από την αρχή. Πολύ γρήγορα αποφάσισα ότι δεν το επέτρεπαν οι καλοί μου τρόποι να φύγω, οπότε αφού τελείωσε στο μυαλό μου η νοητή αρχιτεκτονική αποτύπωση του περιβάλλοντα χώρου, αποφάσισα να ασχοληθώ με τα ποταπά υποκείμενα που ονομάζονται άνθρωποι. Συμπεριλαμβάνω και εμένα σε αυτήν την περιγραφή –φυσικά αφού τους κοιτάζω εγώ- οπότε το ποταπός και άθλιος, ας είμαι η πρώτη που θα το ασπαστώ.
Και έτσι πολύ γρήγορα έφτασα στην πολυαγαπημένη ασχολία, να κάθομαι και να παρατηρώ. Τους ιερείς, που φαινόταν να παίρνουν στα σοβαρά την τελετή, και όχι να μουρμουρίζουν τα εγκώμια αλλά να απαγγέλλουν με δυνατή και καθαρή φωνή. Τίποτα πομπώδες ή επιβλητικό στον τόνο τους, μετρημένοι, σοβαροί και ήρεμοι θα έλεγα. Και όταν κάποιος υιοθετεί μια τέτοια στάση και παίρνει στα σοβαρά αυτό που κάνει, δίνει αξιοπρέπεια ακόμη και στο πιο γελοίο πράγμα του κόσμου, και εγώ καθηλώνομαι και δεν μπορώ παρά να δείξω σεβασμό. Ευτυχώς γιατί έτσι απέφυγα την δύσκολη κατάσταση στην οποία βρίσκομαι πολλές φορές, να θέλω να βάλω τα γέλια την πιο ακατάλληλη στιγμή. Έριχνα ματιές και στους διπλανούς μου, τους υπόλοιπους έξι, που επίσης παρακολουθούσαν με σεβασμό αλλά και νυσταγμένα, αλλά και κανα δυό με εκείνο το επικίνδυνο και ενοχλητικό ύφος που διαγράφεται στο πρόσωπο κάποιου όταν ταυτίζεται με μια ομάδα –είτε είναι οπαδός ομάδας, είτε κομματόσκυλο σε συγκέντρωση του κόμματος , κοκ.
Και ενώ είχα υπνωτιστεί από την παρατήρηση, προς μεγάλη μου έκπληξη η σκηνή γίνεται διαδραστική. Πλησιάζει ο ιερέας με το ιερό βιβλίο (αλήθεια, ποιο είναι? Καινή Διαθήκη?) την διπλανή μου και της προτείνει να απαγγείλει αυτή κάτι από μέσα. Ξυπνάνε μέσα μου η αρνητικότητα που νοιώθω για την αμερικανική νοοτροπία του ντε και καλά να ανήκεις σε κάποιο community and share values and participate and so on, και η λογική ότι καθένας έχει αυτό το δικαίωμα, και παρόλο που ο δρόμος για την κόλαση είναι στρωμένος με τις καλύτερες προθέσεις, δεν παύουν να είναι καλές προθέσεις, που σε συνάρτηση με την αφέλεια του –ξανά- μέσου Αμερικανού, είναι και πραγματικά καλοπροαίρετες. (Σε άλλο post για το πόσο καταστροφικό είναι αυτό, πάνω απ’ όλα για τους ίδιους). Και έτσι κρίνω μάλλον θετικά την κίνηση του ιερέα.
Προς μεγάλη μου έκπληξη η κοπέλα αρνείται ευγενικά την –σιγά- πρόκληση. Βαριόταν, ντρεπόταν, δεν ήξερε να διαβάζει αγγλικά, δεν ξέρω. Και η πρόταση γίνεται στον διπλανό μου. Ο οποίος και αυτός αρνείται. Βγαίνει μέσα μου όλη η αμερικανιά με την οποία είχα γαλουχηθεί ως εκείνη τη στιγμή και σκέφτομαι ‘What the fuck is wrong with these people?’ και όλο το ελληνικό φιλότιμο με το οποίο είχα γαλουχηθεί νωρίτερα και σκέφτομαι ‘Την πάτησε ο παπάς αν περιμένει από αυτούς’. Σημειωτέον ότι για να κάνω αυτές τις σκέψεις, βρίσκομαι στο απόγειο της αγαπημένης μου ασχολίας –να παρατηρώ- και είναι σαν να βλέπω ταινία, δεν μου περνάει από το μυαλό ότι συμμετέχω στην σκηνή. Πιστεύω αν έβλεπα το αεροπλάνο να πέφτει στους Δίδυμους θα χάζευα χαμένη σε σκέψεις και στη βίωση των τόσο συναισθημάτων που μπορούν να προκληθούν, αλλά εξωτερική αντίδραση ουδεμία.
Οπότε όταν ο ιερέας με πλησίασε με το βιβλίο, ήταν σαν κάποιος να με σκουντούσε να ξυπνήσω στην πιο βαθιά στιγμή του ύπνου. Και επειδή έχω συχνά βρεθεί –και- σε αυτήν την δύσκολη κατάσταση, ξύπνησαν τα αντανακλαστικά και αποφάσισα ότι φυσικά θα διαβάσω εγώ και πήρα το βιβλίο, βίβλο, πως το λένε. Δεν ξέρω αν ήταν η μακβεθική γραφή, το πρωινό ξύπνημα ή η σύγκριση με την όμορφη απαγγελία των ιερέων πριν, αλλά δεν μπορούσα να διαβάσω. Ξεκινούσα, μου φαίνεται ότι τρεμούλιαζε η φωνή μου, χαμήλωνα την φωνή, σταματούσα, έπαιρνα ανάσα και συνέχιζα, προφέροντας σίγουρα πολλές λέξεις με τον πιο αστείο τρόπο. Κοκκίνισα, άναψα, ίδρωσα αλλά το διάβασα το ρημάδι. Και οι άλλοι ήταν ευγενικοί, αντί να με σώσουν από το μαρτύριο, άκουγαν υπομονετικά.
Με το καλό τελείωσε και η λειτουργία. Ξαναβρήκα το χρώμα μου σκεφτόμενη ότι θα πάω να πλακωθώ στο brunch, θα φάω πέντε pancakes τουλάχιστον, καφές επιτέλους, να βρω και την Priya που κλασσικά θα είναι στο smoking room, να αναλύσουμε όλα τα κουτσομπολιά από το πάρτυ της χθεσινής βραδιάς, μια χαρά δηλαδή, a bright and careless Sunday ahead.
Χαζεύω όταν βλέπω μουσουλμάνους να στρώνουν το χαλί και να προσκυνούν προς τη Μέκκα. Ισλάμ, η νομαδική θρησκεία και τόσο γοητευτική. Χάνομαι στα τοπία που διάλεξαν να χτίσουν τα ξωκλήσια στα ελληνικά χωριά. Στο Βατικανό έβγαζα συνεχώς επιφωνήματα θαυμασμού. Θαύμασα μια φιλανδική εκκλησία μέσα στο δάσος, όπου δεν ήξερα που τελειώνει το κτίριο και που αρχίζει η φύση. Συγκινήθηκα βλέποντας την φίλη μου με τη μαμά της να περιχύνουν με γάλα καρύδας ένα άγαλμα του Βούδα. Αλλά, θρησκευτική πνευματικότητα η ίδια αδυνατώ να βιώσω. Μέσω άλλων μόνο. Και το σέβομαι και το εκτιμώ. Οπότε πριν φύγω από εκείνο το inter-faith chapel, πλησίασα τον ιερέα και του ζήτησα ειλικρινά συγνώμη που δεν μπόρεσα να ανταποκριθώ στην περίσταση και διάβασα το κείμενο όπως να ‘ναι. Μου απάντησε με όλη την απλότητα και φυσικότητα που διακατέχει άτομα που πιστεύουν ειλικρινά και μου λέει να μην ανησυχώ, ‘our words to God, cannot be but awkward’.
Μπορεί να μην πιστεύω αλλά πολύ απλά ..με έστειλε. Και κατά κάποιο τρόπο ενισχύει και την δική μου πεποίθηση, It s not God or gods or superior creatures, it s us, and only us.