Στην Ανάσταση μου ευχήθηκαν οι γείτονες/συγγενείς με ένα καλό παιδί και του χρόνου να είμαι διπλή. Τους ψιθύρισα ευχαριστώ για την καλή ευχή τους και ότι μέχρι του χρόνου μπορεί να είμαι και τριπλή. Γιατί θα πάω στην Κοπενχάγη και εκεί θα παντρευτώ τον Δανό, που είναι πολύ καλό παιδί και έχει και καλή δουλειά, και θα κάνουμε και αμέσως παιδί γιατί λόγω καλής κοινωνικής πρόνοιας είναι πιο εύκολα τα πράγματα. Και τους ευχήθηκα και εγώ τα παιδιά τους, οι νύφες και οι γαμπροί να είναι τριπλοί του χρόνου και ότι δεν πρέπει να το καθυστερούν άλλο, τί περιμένουν, πότε θα δουν εγγόνια. Έτσι είχαν κάτι να σκεφτούν και μείναμε με την οικογένεια να χαζεύουμε τον κόσμο με τις λαμπάδες, που είναι πολύ όμορφη εικόνα, ιδιαίτερα από κάποια απόσταση. Ο πατέρας εξέφρασε την επιθυμία να κάνει Πάσχα κάπου πιο κατανυκτικά την επόμενη φορά, η αδερφή είπε ότι το σκέφτηκε και αυτή να μείνει για Πάσχα εκεί που μένει, ο πατέρας της είπε, μα καλά γιατί δεν έμεινε, θα έπαιρνε κι αυτός την μαμά και θα πήγαιναν πουθενά. Για χάρη μας έκατσαν στο χωριό. Θα μας τρελάνεις? του λέει η σίστερ. Στο Χριστός Ανέστη πάντως, την καλύτερη απάντηση, από τα παιδιά την άκουσα: 'Μαγκιά του'. Γυρίσαμε σπίτι και πλακωθήκαμε στο φαί, στην τηλεόραση έδειχνε κάποια εκδήλωση έξω από το δημαρχείο της Κοπενχάγης. Η αδερφή μου με κοιτούσε συνομωτικά. Μετά το φαγητό βγήκαμε έξω για την παραδοσιακή σόδα, για την ακρίβεια, ξυνό νερό φλώρινας. Συμφωνήσαμε με έναν φίλο ότι το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να πάμε για ύπνο γιατί κάναμε βαρύ πρόγραμμα για την επόμενη μέρα, καφές-τσίπουρα νωρίς νωρίς, για να πάει μετά στην οικογένεια του ο καθένας που ψήνανε το αρνί, για την ακρίβεια, ήταν κατσίκι. Το τηρήσαμε το πρόγραμμα και το διανθίσαμε με έξτρα επισκέψεις όπου είχαμε γνωστούς να ψήνουν. Από ευγένεια τους επισκεφτήκαμε αφού είχαμε φάει. Κυνήγησα στα χωράφια ουκ ολίγα μικρά -ανίψια, βαφτιστήρια και άσχετα-, που δεν παύουν να με εκπλήσσουν με την ενέργεια τους και την αναίδεια τους να με φωνάζουν μπαμπούλα. Έκαψα έτσι το 1/100 του λίπους της πέτσας που είχα καταβροχθίσει νωρίτερα. Μετά έκανα το ταξί. Έπαιρνα μαμά, αδερφή και τους πηγαινοέφαιρνα σε όλους τους γνωστούς που έψηναν εδώ κι εκεί. Με έκαψε ο ήλιος πίνοντας καφέδες, ξεκουράστηκα, γελάσαμε, ήταν πολύ ωραία. Και του χρόνου. Όπου κι αν είμαστε.