Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα village. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα village. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

20070410

salva mea

Στην Ανάσταση μου ευχήθηκαν οι γείτονες/συγγενείς με ένα καλό παιδί και του χρόνου να είμαι διπλή. Τους ψιθύρισα ευχαριστώ για την καλή ευχή τους και ότι μέχρι του χρόνου μπορεί να είμαι και τριπλή. Γιατί θα πάω στην Κοπενχάγη και εκεί θα παντρευτώ τον Δανό, που είναι πολύ καλό παιδί και έχει και καλή δουλειά, και θα κάνουμε και αμέσως παιδί γιατί λόγω καλής κοινωνικής πρόνοιας είναι πιο εύκολα τα πράγματα. Και τους ευχήθηκα και εγώ τα παιδιά τους, οι νύφες και οι γαμπροί να είναι τριπλοί του χρόνου και ότι δεν πρέπει να το καθυστερούν άλλο, τί περιμένουν, πότε θα δουν εγγόνια. Έτσι είχαν κάτι να σκεφτούν και μείναμε με την οικογένεια να χαζεύουμε τον κόσμο με τις λαμπάδες, που είναι πολύ όμορφη εικόνα, ιδιαίτερα από κάποια απόσταση. Ο πατέρας εξέφρασε την επιθυμία να κάνει Πάσχα κάπου πιο κατανυκτικά την επόμενη φορά, η αδερφή είπε ότι το σκέφτηκε και αυτή να μείνει για Πάσχα εκεί που μένει, ο πατέρας της είπε, μα καλά γιατί δεν έμεινε, θα έπαιρνε κι αυτός την μαμά και θα πήγαιναν πουθενά. Για χάρη μας έκατσαν στο χωριό. Θα μας τρελάνεις? του λέει η σίστερ. Στο Χριστός Ανέστη πάντως, την καλύτερη απάντηση, από τα παιδιά την άκουσα: 'Μαγκιά του'. Γυρίσαμε σπίτι και πλακωθήκαμε στο φαί, στην τηλεόραση έδειχνε κάποια εκδήλωση έξω από το δημαρχείο της Κοπενχάγης. Η αδερφή μου με κοιτούσε συνομωτικά. Μετά το φαγητό βγήκαμε έξω για την παραδοσιακή σόδα, για την ακρίβεια, ξυνό νερό φλώρινας. Συμφωνήσαμε με έναν φίλο ότι το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να πάμε για ύπνο γιατί κάναμε βαρύ πρόγραμμα για την επόμενη μέρα, καφές-τσίπουρα νωρίς νωρίς, για να πάει μετά στην οικογένεια του ο καθένας που ψήνανε το αρνί, για την ακρίβεια, ήταν κατσίκι. Το τηρήσαμε το πρόγραμμα και το διανθίσαμε με έξτρα επισκέψεις όπου είχαμε γνωστούς να ψήνουν. Από ευγένεια τους επισκεφτήκαμε αφού είχαμε φάει. Κυνήγησα στα χωράφια ουκ ολίγα μικρά -ανίψια, βαφτιστήρια και άσχετα-, που δεν παύουν να με εκπλήσσουν με την ενέργεια τους και την αναίδεια τους να με φωνάζουν μπαμπούλα. Έκαψα έτσι το 1/100 του λίπους της πέτσας που είχα καταβροχθίσει νωρίτερα. Μετά έκανα το ταξί. Έπαιρνα μαμά, αδερφή και τους πηγαινοέφαιρνα σε όλους τους γνωστούς που έψηναν εδώ κι εκεί. Με έκαψε ο ήλιος πίνοντας καφέδες, ξεκουράστηκα, γελάσαμε, ήταν πολύ ωραία. Και του χρόνου. Όπου κι αν είμαστε.

20060925

linkblogs

Μεγάλωσα σε ένα μικρό χωριό. Τη δεκαετία του '80. Όταν τα χωριά ήταν πιο αγνά και πιο μακριά από τον πολιτισμό, όπως λένε πολλοί νοσταλγοί σήμερα, επισκέπτες τότε της υπαίθρου. Έχοντας όμως ζήσει σε ένα από αυτά, μπορώ να πω, ότι η εμφάνιση ξεγελάει, το δικό μου τουλάχιστον χωριό ήταν και είναι ύπουλα στυγηρό και άθλιο. Έχετε δει το Dogville? Έτσι συμπεριφέρονται στο χωριό μου. Όπως τον βολέψει τον καθένα. Μπορεί να εξοστρακιστείς από το πουθενά. Συμμαχείς με γείτονες και σόι, μπας και καταφέρεις να επιβιώσεις. Και πάλι ποτέ δεν είσαι σίγουρος. Δεν εμπιστεύεσαι κανέναν. Μαθαίνεις όμως. Μαθαίνεις να κινείσαι ανάλογα και σύμφωνα με τον ρόλο σου, άντρας, γυναίκα, γαμπρός, σώγαμπρος και πάει λέγοντας. Όχι με τη συμπεριφορά σου. Αλλά με μια άκρως διαδεδομένη πρακτική, κοινώς γνωστή ως 'φερσίματα'. Σε αστικές, Ελληνικές κοινωνίες, το πλησιέστερο ονομάζεται 'υποχρεώσεις'. Γέννησε η τάδε από το γραφείο, να της πάμε δώρο. Απλά τα πράγματα. Τα 'φερσίματα' όμως του χωριού είναι τέχνη. Κάνει γλυκό η διπλανή γειτόνισσα και το πάει στην απέναντι περνώντας επιδεικτικά μπροστά από την μαμά μου χωρίς να την χαιρετήσει και φωνάζοντας στην άλλη ότι της φέρνει γλυκό. Το γλυκό βέβαια δεν το πάει έτσι, για το μεράκι που λένε. Υπάρχει λαβύρινθος μηνυμάτων. Κάθεται και σκέφτεται τώρα η μάνα μου τι μπορεί να έκανε και της φέρεται η άλλη έτσι. Εγώ ούτε που θα το είχα προσέξει το σκηνικό. Το μόνο που μπορεί να σκεφτεί λοιπόν είναι ότι μια άλλη, εκτός της γειτονιάς, της έβαλε λόγια, ότι τάχα είπε κάτι η μάνα μου, γιατί η άλλη ήθελε να μάθει κάτι από αυτήν που έκανε το γλυκό και την καλοέπιανε. Από την άλλη μπορεί να μην είναι αυτό, μπορεί απλά η γειτόνισσα να θύμωσε γιατί η μάνα μου τίναξε το τραπεζομάντηλο από το παράθυρο και κατα λάθος ο αέρας πήρε κάτι ψίχουλα στα σκαλιά της και να νομίζει ότι η μάνα μου το έκανε επίτηδες. Στόμα δεν έχει να μιλήσει. Οπότε το βράδυ, που μαζεύονται όλες στον 'μαχαλά', κατεβαίνει και η μαμά μου αποφασισμένη να δει τι στο καλό έπαθε η άλλη και δεν της μιλάει. Εγώ της είχα πει, βέβαια, ρώτα την, έγινε τίποτα; Καλά, άκυρο, εγώ δεν θα επεβίωνα εκεί. Φτάνει λοιπόν στον μαχαλά και πετάγεται η πεθερά της και γιαγιά μου, της λέει είδες η τάδε έκανε γλυκό σήμερα. Α, λέει η μάνα μου, πως και δεν μας έφερε, άλλες φορές μας φέρνει. Μιλάμε για υψηλή τέχνη. Πετάγεται μια άσχετη και λέει ότι θα έφερνε και σε εμάς, το ξέρει γιατί ήταν εκεί το πρωί για καφέ. Αυτή ποιά καλοέπιανε δεν ξέρω. Καλά να μην συνεχίσω για το τι διαβουλεύσεις γίναν, εγώ είχα χαθεί από νωρίς. Τελικά, η διπλανή ήταν θυμωμένη γιατί με είδε στο αυτοκίνητο του θείου μου, που ήθελε να αγοράσει ο γιός της και εγώ το πήρα για μια βόλτα, και κάποια της σφύριξε ότι τάχα ο θείος το έδωσε σε μένα και αυτή στράβωσε. Καλά, μιλάμε, η υπόθεση μέχρι να διελευκανθεί είχε πάρει τεράστιες διαστάσεις. Όπως πάντα. Και από το τίποτα. Φυσικά αυτό γίνεται γιατί η καθεμιά τους έχει κρατημένα κι άλλα και θέλει να το δείξει αλλά χωρίς να γίνει περίγελος και θέμα κουτσομπολιού. Και φυσικά επειδή πρέπει να επιβληθεί και να δείξει και κάποιο κύρος. Κάπως έτσι είναι και στην μπλογκόσφαιρα κάποιες φορές. Και έχει γέλιο, γιατί μου θυμίζουν το χωριό μου. Θα μάθω σε καμιά θειά από το χωριό blogging, να την φέρω εδώ μέσα να πάθουν πλάκα όλοι.

20060207

souless

Τηλεόραση δεν έχω σπίτι. Καμιά φορά όταν πάω στους γονείς, χαζεύω. Άθλια όπως την θυμάμαι, λίγο εθιστική και ώρες ώρες πολύ γέλιο. Αυτό όμως που μου κανει εντύπωση τα τελευταία χρόνια, είναι ότι εκεί που χαζεύεις την κάθε γελοιότητα, από ελληνική σειρά μέχρι διαφημιστικό σποτάκι καναλιού, ξαφνικά ξεπετάγεται κομματάρα να παίζει, εγώ να πετάγομαι από τον καναπέ και να κοιτάζω τους γύρω και να λέω ακούστε αυτό. Αυτοί είναι συνήθως αδιάφοροι ή απορροφημένοι στα τεκτενόμενα της σειράς και απλώς γνέφουν με αόριστη κατανόηση. Δεν μιλάμε για τελείως εξεζητημένες μουσικές, αλλά ωραία κομματάκια. Αυτά που θα μπορούσαν να παίζουν και έξω στα μαγαζιά. Αφού στην τηλεόραση τα παίζουν, γιατί όχι και σε πολλά μαγαζιά; Πότε θα έρθει εκείνη η μέρα που θα βγαίνω από το σπίτι με τις φόρμες και θα πετάγομαι σε ένα Deposito Bulk να δω τι παίζει, να μιλήσω με καμιά ψυχή να περάσει η ώρα ή να μπαίνω σε ένα Rotown, να βγαίνουν στην σκηνή περίεργα άτομα, από το άγχος τους να έχουν ιδρώσει, να βαριανασαίνουν σε αποστάση λίγων μόνο μέτρων από εμένα και να όταν παίζουν να είναι θεοί. Να κάθομαι σε ένα μπαράκι και οι διπλανοί ούτε να σου την πέφτουν, ούτε να σε αγνοούν επιδεικτικά. Να έχω όλους τους φίλους μου μαζεμένους και να μην φοβάμαι μην πει κάτι ο ένας για τους gay και τσατιστεί ο άλλος που είναι και κρύβεται. Να μην είναι θέμα συζήτησης η ανεργία ή πόσα βγάζει ο κάθε μηχανικός. Ούτε τα κουτσομπολιά που δεν είναι άκρως σκανδαλιστικά αλλά αφορούν παντρειές και προίκες και κερατώματα. Να μου την δίνει μια μέρα και να ντύνομαι fabulous και να μην απορεί κανένας. Να βγαίνω από το σπίτι και να κάθομαι στο πεζούλι και να μην φαίνεται άσχημο αυτό στους γείτονες. Να αγαπώ το babe και να μην του αφήνω ίχνος υποψίας ότι με κάνει να βαριέμαι ή με στεναχωρεί. Να μην ξεσπούν επάνω του οι φρίκες που με τρώνε, η ασφυξία. Πότε θα γίνουν όλα αυτά;

20051206

μνημόσυνο

Περπατούσα μια μέρα, πήγαινα στο σπίτι της γιαγιάς. Ένιωθα μια χαρά μέσα μου που η γιαγιά δεν ήταν εκεί ή μάλλον μια ανακούφιση. Έχει έναν χρόνο που μας άφησε και το ότι δεν θα την έβλεπα να υποφέρει, να μας κοιτάζει και να μην μπορεί να μιλήσει, είναι ανακούφιση. Όχι τόσο γιατί απεχθάνομαι αρρώστιες, κτλ αλλά όταν ένας άνθρωπος έχει μείνει στη σκέψη όλων για το χαμόγελο του, μου την δίνει να τον λυπούνται οι πάντες -άσχετοι και σχετικοί. Ούτε καν είχα κλάψει στην κηδεία, πήρε τηλέφωνο η μαμά και μας είπε με την αδερφή μου: ελάτε, η γιαγιά έφυγε. Πήγαμε πρώτα σε ένα μπαράκι, ήπιαμε ένα σφηνάκι, ά ρε γιαγιά, έτσι θα μας ήθελες νομίζω, και μετά πήγαμε να αντιμετωπίσουμε το σόι που μοιρολογούσε. Ρώτησα βδομάδες μετά την αδερφή μου αν την σκέφτεται την γιαγιά. Ναι, μου λέει, μερικές φορές τα βράδια, στο σκοτάδι, φαντάζομαι το πρόσωπο της γεμάτο σκουλήκια βαθιά εκεί μέσα στο χώμα. Κάθομαι με τον ξάδερφο μου στο μπαράκι. Να σου δείξω μια φώτο μου λέει. Βγάζει το κινητό, μου δείχνει την γιαγιά την να ξεψυχάει. Γέλασα, είσαι τρελός, του λέω. Είχαμε συγκινηθεί και οι δύο. Πάμε στο μνημόσυνο προχθές. Άσχετες γυναίκες, που δεν τις ξέρω καν, πάνω από το μνήμα να μοιρολογούν και να λένε φράσεις-κλειδιά για βούρκωμα, "που είσαι να δεις τον άντρα σου, τα κορίτσια σου, τους γαμπρούς σου, τα εγγόνια σου, κτλ". Όχι ηλίθιες δεν θα κλάψω για σας, καλύτερα να πάω να κοιτάξω τον παππού, στέκεται πιο πέρα, ράκος και περήφανος. Τα παίρνω με τον παπά που τα αρπάζει κανονικά απο παντού και έχει πόσα διαμερίσματα και η κόρη του είναι περιζήτητη νύφη στο χωριό επειδή έχει λεφτά. Πάω στο τραπέζι μετά και πλακώνομαι στο κρασί 10 η ώρα το πρωί. Με κοιτάζει ο μπαμπάς, "συγχωρώ την γιαγιά", του λέω, και με αφήνει ήσυχη γιατί με καταλαβαίνει. Έρχεται δίπλα μου η κολλητή της γιαγιάς, μπορεί και 90 χρονών, την είχε καλύτερα και από αδερφή της. Μου κρατάει το χέρι και είναι χαρούμενη και γαλήνια. Εκεί βούρκωσα, για πρώτη φορά και για λίγο, γιατι τα μοιρολόγια δεν με συγκινούν, η αγάπη όμως, ναι.

20051004

το πρωι, στη στάση του λεωφορείου...

...ξενυχτισμένη από χθες, "ωχ, έχασα το λεωφορείο...πάλι". Είναι και η Ηλίθια εκεί, δεν ξέρω πώς την λένε, της λέω θα πάρω ταξί αν θέλει, έρχεται. Βγαίνει η απέναντι από το μαγαζί με ρωτάει αν έχασα το λεωφορείο, "ναι" (δεν μας παρατάς κι εσύ). Με ρωτάει αν βγήκα χθες, "ναι" (τί σε νοιάζει;). Μου λέει ότι 'ε θα περάσει ο τάδε που σταματάει και σε παίρνει όταν χάνεις το λεοφωρείο' (άι μωρή κάνε καμιά δουλειά). Σταματάει ο τάδε και καθώς πάω ν΄ανεβώ λέω στην Ηλίθια αν θέλει να μην ακυρώσω το ταξί για να το πάρουν αυτή και η φίλη της. Στραβωμένες και οι δύο που δεν ειναι included στο ride. Τρώνε κόλλημα και δεν μπορούν να απαντήσουν την απλή ερώτηση "θέλετε ταξί ή όχι;" Μπαίνω στο αυτοκίνητο και ακυρώνω το ταξί (ήμουν και ευγενική, τρομάρα σας).

Βγαίνω για τρέξιμο, μια άλλη μέρα. Στη γηπεδάρα του χωριού. Πάνε οι φίλες της μαμάς μου και την ρωτάνε πως βγαίνω έτσι έξω. (έτσι=φόρμες και αχτένιστη και άβαφη!!). Δεν ήξερα να βάλω το καλό το παντελόνι, για να βγώ να τρέξω. Ή να καθίσω σαν τις κόρες τους μέσα να δώ την Δρούζα or whatever? Κυριακή πρωί, βγαίνω απέναντι για καφέ, με φόρμες και αχτένιστη και άβαφη, σε χωριό μένω, όλα δίπλα είναι, ας το χαρώ. I get weird looks again. Βγαίνω στο τοπικό μπαράκι, που μια χαρά μπαράκι είναι, αλλά είμαστε 2-3 γυναίκες και 15-20 άντρες...και το κλασσικό στυλ, men in black και άσπρη κάλτσα. Weird looks again. Βγαίνω από το μπαράκι, η γειτονιά κοιτάει, weird looks again. Ξαναγυρίζω στο μπαράκι και κάθομαι με έναν φίλο να παίξω σκάκι. Τον νικάω. Οι από πίσω παραξενεύονται που έχασε το παιδί απο γυναίκα (ντροπή ρε συ, από γυναίκα;) . Ρε σεις, που οι μισοί και παραπάνω είστε παντρεμένοι, βγάλτε αν θέλετε τις γυναίκες σας που είναι κλεισμένες μέσα να παίζω μαζί τους, να μην θίγω τον εγωισμό κανενός. Μία φίλη έχω στο χωριό στην ηλικία μου, παντρεμένη και με 2 very cute kids. Never available, ο σύζυγος έξω παίζει χαρτιά, δεν μπορεί να κρατήσει τα μικρά ποτέ, μα ποτέ. Μια φορά του τα άφησε και την πήρε τηλέφωνο να γυρίσει.

Και το τελειωτικό χτύπημα. Χωρίζω με τον φίλο μου και με πιάνουν από την "παρέα" δύο άτομα ξεχωριστά, γύρω στα 23-24 και οι δυό και μου λένε τι κρίμα, είχα δουλειά, είχα και φίλο, είχα βολευτεί, είχα στρώσει τη ζωή μου. Ρε δεν πάτε στον διάολο;

Γυρίζω σπίτι και παραπονιέμαι. "Δεν ήξερες ότι έτσι είναι εδώ;" Όχι, δεν ήξερα, 15 χρόνια λείπω. "Θα προσαρμοστείς" Έλα ντε που δεν προσαρμόζομαι. Στην αρχή όλα αυτά ήταν αστεία, μετά δεν έδινα σημασία, τώρα μου την δίνουν. "Έ, τί γύρισες;" Πλάκα μου κάνετε; Είμαι μακριά, γιατί είσαι μακριά, είμαι εδώ, γιατί γύρισες.

Το μισώ αυτό το χωριό. Και παλιά το αγαπούσα. Στο διάολο όλοι, εγώ την κάνω. Άντε bye....ζητείται γκαρσονιέρα, πάρτε με τηλέφωνο αν ξέρετε καμιά.