20160524


<>

Σε αυτό εδώ το σημείο θα γράψω μια μέρα όλα όσα θα ήθελα να πω στον Πετ και δεν έχω καταφέρει να πω με τον τρόπο που θα ήθελα να τα πω. Και είναι τα καλύτερα, τα ομορφότερα και τα μόνα αληθινά. Ελπίζω μια μέρα να τα βρει, να τα διαβάσει και να είναι τόσο καλογραμμένα, που θα ξέρει πόσο πολύ έχει αγαπηθεί. Και να με συγχωρέσει που δε βρίσκω τον τρόπο και τα λόγια να του τα πω από κοντά.

<>


Θα ήθελα να γράψω ή να γράφω εδώ μερικά πράγματα για τον Πετ όποτε μου έρχονται. Ότι ο Πετ φοράει για πιτζάμα μια μπλούζα Tindersticks με ένα πριόνι να κόβει μια καρδιά. Ότι απόψε θα είναι στη συναυλία τους.

Η' ότι αυτή τη στιγμή τρώω το φαγητό που μου ετοίμασε ο Πετ. 'Oπως κάθε μέρα. Ότι όταν ο Πετ δακρύζει, τρίβει τα μάτια του προς τα μέσα.

Αν είναι να μου στείλει κάτι στο mail, βιαστικά, στη δουλειά, ο Πετ ξεκινάει πάντα λέγοντας μου καλημέρα.

Όπου υπάρχουν λουλούδια, ο Πετ είναι ήρεμος και χαρούμενος. Κόβει και βάζει τριαντάφυλλο στο βάζο που έχουμε σπίτι. Μου τα δίνει να τα μυρίσω. Σε εμένα δε φέρνει λουλούδια, φέρνει γλάστρες. Αν πάθουν τίποτα τις του επιστρέφω για να τις γιατρέψει.

Είναι ο πιο έξυπνος άνθρωπος που γνωρίζω.

Μου έστειλε μόλις φωτογραφία μια γλάστρα με θυμάρι που μου πήρε.

Ο Πετ δεν περνούσε καλά τον τελευταίο καιρό και εγώ δεν είχα καταλάβει τίποτα. Από τη στιγμή που μου του είπε μέχρι τώρα έχει φωλιάσει κάτι πολύ βαθιά στο στομάχι μου και δε λέει να φύγει. Ο Πετ με αγκαλιάζει, με φιλάει και μου χαιδεύει το κεφάλι, με σφίγγει στην αγκαλιά του και αυτό το ρημάδι δε λέει να φύγει. Εύχομαι να μπορέσω να το πιάσω, να το βγάλω έξω και να το κάνω κάτι καλό.

χελπ :(


20151111



Περπατούσα, αργά το βράδυ, με τα ακουστικά στ' αυτιά και βρισκόμουν σε εκείνο το -σχεδόν χωρικό το νοιώθεις- σημείο, παραδόξως, όπου έχεις βυθιστεί στο μυαλό σου αλλά και έχεις απορροφηθεί από το τοπίο γύρω σου, τα βουνά, το σούρουπο που απομένει, ο αέρας που δεν έχει κρυώσει ακόμη, υπάρχεις δηλαδή σε αυτό που η τελευταία μόδα ονομάζει μάιντφουλνεςς αλλά το ευχαριστιέσαι με την πλήρη επίγνωση, χρόνια τώρα, ότι κάθε άνθρωπος που αγαπά τη μοναχικότητα ξέρει να το κάνει τόσο, μα τόσο εύκολα. Έχω δοκιμάσει διάφορα πράγματα για να με βοηθήσω να υπάρχω, από γιόγκα μέχρι αντικαταθλιπτικά. Το πρώτο το παράτησα απηυδισμένη και το δεύτερο όταν ήρθε ο καιρός και είπε η γιατρός ότι αν νοιώθεις ότι μπορείς, σταμάτα τα. Μπορούσα λοιπόν. Ανέτρεξα, καθώς συνέχισα να περπατώ, σε όλα τα κλισέ που πέρασαν από την οθόνη στην τελευταία σειρά που παρακολουθούσα. Ότι η μεγαλύτερη και πιο ασυγχώρητη βία είναι αυτή που επιβάλλουμε στον εαυτό μας, ότι στο τέλος θα κριθούμε από το θάρρος της καρδιάς μας, ότι παλεύεις μαζεύοντας σε ένα σημείο όλα όσα σε πονάνε, σε κάνουν να κλαις, να γελάς, να σκέφτεσαι, να αγαπάς, αυτά όλα τα μαζεύεις στη γροθιά σου και αυτήν προτείνεις και αυτή είναι μια αξιέπαινη μάχη. Το να ασχοληθώ με μαχητικά αθλήματα ήρθε σε ηλικία που θεωρούμε μεγάλη για σοβαρό αθλητισμό και αυτό είναι ασήμαντο γιατί ήρθε και κάθισε αυτά τα χρόνια πολύ φυσιολογικά το μάθημα, το κάθε μάθημα, για αποδοχή του εαυτού μας ως μοναδική ευκαιρία για να ζήσουμε.

Σκατά τα έχω κάνει.

20150609


 [Alpensee, by Thierry de Cordier]


Kαταρχήν είμαι καλά, πολύ καλά κιόλας.

Για το προηγούμενο καλοκαίρι δεν έγραψα. Έμεινα με μια ωραιότατη ουλή από τον ομφαλό μέχρι το στήθος. Περίεργο πράγμα ο χρόνος. Είχα βγει από το νοσοκομείο μέσα καλοκαιριού και νόμιζα ότι είναι ακόμη αρχές Ιούνη. Έχω διάσπαρτες εικόνες από τις μέρες στο νοσοκομείο και θύμηση ενός τρομερού πόνου που σχηματικά ας πούμε ότι με ταλαιπώρησε, πραγματικά όμως μου ενέγραψε ανεπιστρεπτί την εμπειρία να είσαι μαστουρωμένος από αλλεπάλληλα οπιούχα ενέσιμα που για κάποιον λόγο δε σε πιάνουν, και παραπάνω δεν επιτρέπεται πλέον να σου κάνουν γιατί ήδη έχει ξεπεραστεί κάθε επιτρέψιμο όριο και του πιο ριψοκίνδυνου ιατρού, και παρόλ' αυτά σφαδάζεις από τον πόνο με ότι φωνή σου έχει απομείνει. Μην ξαναπείτε για βαρειά αρρώστους ότι είναι γενναίοι. 'Οσο από μακριά ένοιωσα ένα κομματάκι της φρίκης του σωματικού τους (μόνο) πόνου, δεν υπάρχει πρακτικά περιθώριο για τίποτα άλλο. Όλα αυτά τα γενναία, ότι το υπομένεις, ότι όταν έρθει η δύσκολη η ώρα είσαι πιο δυνατός απ ότι φαντάζεσαι, κτλ κτλ κάποτε μου ακουγόταν σαν παρηγοριά για οτιδήποτε μπορεί να μας τύχει. Όχι πια και ποτέ πια.

Ένα τρομερό που κάνει ο πόνος είναι ότι σε αφήνει μόνο. Χρειάζεσαι να είσαι μόνος για τον διαχειριστείς. Μοιράζεις το βράδυ σε κομμάτια χρόνου που πρέπει να αντέξεις. 11-1 που αποσύρονται οι κοντινοί σου, οι νοσοκόμες, οι γιατροί, και ξεκινάς τον γολγοθά να υπομείνεις λίγο ακόμη πόνο, 1-2 όποιος έχει μείνει να σε προσέχει κάνει ότι μπορεί και μαζί ότι σας φωτίσει, όρθιος πονάς, ξαπλωμένος πονάς, να περπατήσεις δεν μπορείς, 2-3 πάει και αυτός ο ταλαίπωρος που σε προσέχει να κοιμηθεί λίγο.  Θυμάμαι ότι ένα βράδυ κοιμήθηκα μόνο μετά από τέσσερις ενέσεις με τον Πετ να με έχει πάρει αγκαλιά και να μου χαϊδεύει το κεφάλι. Του είμαι ευγνώμων για άπειρα πράγματα αλλά για εκείνη την αγκαλιά μια ζωή και παραπάνω. 3-4 τους ξυπνάς όλους με κραυγές από τον πολύ πόνο, 4-6 βλέπεις να χαράζει και το φως να καίει τα σύννεφα και να μοιάζουν σαν δράκο που πετάει πάνω από το βουνό, τα σύννεφα είναι χρυσά, το βουνό απέναντι κάστρο και εσύ είσαι σκεβρωμένος όρθιος στην άκρη ενός κρεβατιού με δάκρυα απελπισίας στα μάτια και μαζεύεις δυνάμεις να μπορέσει το μυαλό να φανταστεί μπας και απαλύνει λίγο από τον πόνο. Δεν το κάνει. Αλλά kudos που έπαιξες και με την φαντασία λίγο. 7 η ώρα περιμένεις τον γιατρό. Πονάς. Πονάς όχι γιατί έχεις ώρες που πονάς έτσι, μέρες, πονάς γιατί ο πόνος είναι σφοδρός, το ότι τον έχεις υπομείνει κιόλας δεν παίζει στο μυαλό εκείνη την ώρα.

Καμιά φορά τα βράδια έβρεχε. Ήταν βροχερό το περσινό καλοκαίρι. Και καταιγίδα είδα.


Θυμάμαι όταν βγήκα και ήμουν πλέον σε ανάρρωση ότι δε χόρταινα τον ύπνο.

Τώρα που συζητάμε πλέον για το περσινό καλοκαίρι καταλαβαίνω ότι πολλά δεν τα θυμάμαι κιόλας.

Καλύτερα.

Απλά ήθελα να γράψω και δυο λόγια για αυτό.

20130731

και αυτό όμως το καλοκαίρι




Τα κλάματα με έπιασαν στη σοφίτα του κέντρου για την Αρκτική Αλεπού, που βρίσκεται απομονωμένο σε ένα φιορδ στη βορειοδυτική Ισλανδία και μάλιστα στη συλλογή έχουν ηχογραφήσεις από τη ραδιοφωνική εκπομπή ενός τύπου που ήταν κυνηγός αλεπούδων και έβγαινε στο μικρόφωνο μια ώρα την εβδομάδα και έκανε ήχους αλεπούδων, καταλαβαίνεις... Αλλά να πω για το ξέσπασμα κλάματος. Έβλεπα λοιπόν ένα ντοκυμαντέρ όπου η αλεπουδίτσα βρήκε αλεπουδίτσο, έκαναν αλεπουδάκια, μάρκαραν τον χώρο τους και μεγάλωναν τα μικρά, σιγά το πράμα. Κάποια μέρα ο αλεπουδίτσος δε γύρισε από το κυνήγι και η αλεπουδίτσα ανέλαβε μόνη της να πηγαίνει να βρίσκει φαγητό, να μεγαλώνει τα μικρά της και να προστατεύει το χώρο τους. Όταν δε, εμφανίστηκε αλεπούδος-εισβολέας τον έδιωξε με μεγάλη επιτυχία. Μια μέρα όμως που έλειπε για κυνήγι, ο αλεπούδος-εισβλέας επέστρεψε και έπνιξε ένα ένα τα μικρά. Έτσι επιβίωσε η αλεπουδίτσα που είχε αρχίσει να εξαντλείται και να μην μπορεί να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις των μικρών που επίσης χρειαζόταν την φροντίδα δύο γονέων και μπόρεσε να επανακάμψει ώστε την επόμενη χρονιά να είναι γερή και να κάνει καινούρια μωρά, τα δικά του. And that ladies and gentlemen is survival. Άλλο να σου το λέω, άλλο να το βλέπεις. Κλάμα μετά να δεις, ο νόμος της επιβίωσης είναι μια φρίκη και μισή.

Δε γνωρίζω πότε ακριβώς στράφηκα στη φύση και στην αναζήτηση μου εκεί. Στο μυαλό μου είμαι ακόμη παιδί της πόλης, ή έστω είναι η αναφορά μου, το mindset μου και θα παραμείνει καθώς η κουλτούρα των κοινωνιών που ζουν στα χωριά με εξοργίζει, to say the least. Επίσης, στο μυαλό μου όταν βρίσκομαι στη φύση και όταν δηλώνω κατοικία στην ύπαιθρο, νοιώθω σα να βρίσκομαι out in the field, αποστολή κι έτσι. Παρατηρώ και με παρατηρώ, για να τα πω στους άλλους στην πόλη όταν επιστρέψω. Ποτέ δεν ένοιωσα ένα με τους ανθρώπους που μοχθούν στη γη και θεωρούσα τουλάχιστον γραφικούς αυτούς που παρατάνε την πόλη για να πάνε να ζήσουν το όποιο rurale όνειρο. Αποφεύγω να χρησιμοποιήσω τη λέξη 'επαρχία' γιατί αυτό χρειάζεται ξεχωριστό ποστ για να εξηγήσει μια υφέρπουσα ελληνική εμμονή και σύγχυση στον ορισμό του χώρου και της ταυτότητας, που μια μέρα θα είναι το PhD μου αν και βαριέμαι λίγο να πω την αλήθεια. 

Όταν στου διαόλου την μάνα, στο Latrabjarg, σε ένα από τα πιο δύσβατα αλλά και ποιο υπέροχα μέρη της Ισλανδίας είδαμε έναν με ποδήλατο, ανοίξαμε το παράθυρο και τον χαιρετήσαμε να δούμε πως είναι, είχε αρχίσει να βρέχει, το κοντινότερο σημείο στάσης ήταν χιλιόμετρα ανηφόρας μακριά. Με έκπληξη είδαμε το πρόσωπο ενός εξηντάρη και φεύγα, να λάμπει και να μας χαιρετάει πρόσχαρος, ολοφάνερα να απολαμβάνει το τοπίο γύρω του, τη βόλτα, το να είναι μόνος. Στο δικό μου worldview αυτός ο τύπος δεν μπορεί να είναι από χωριό/ύπαιθρο γιατί θα ήταν από τη μία πολύ τσακισμένος από τη δουλειά για να κάνει κάτι τέτοιο, από την άλλη για κάποιο λόγο η εικόνα αυτού του ανθρώπου αλλά και το εγχείρημα του, προσωπικά για μένα ανήκει στην επιτομή του urban sophistication, και μάλιστα όχι του γραφικού, πωρωμένου, αλλά του ελεύθερου μυαλού και πνεύματος και της πειθαρχημένης ανεξαρτησίας. Όταν μεγαλώσω, έτσι θέλω να γίνω.

Σε μια ορειβατική εξόρμηση μου λέει κάποια στιγμή ένας από τους μεγαλύτερους ορειβάτες να τον πλησιάσω. Στεκόταν στην κόψη ενός βράχου και ενώ σπάνια φοβάμαι ιδιαίτερα, αποφεύγω και να πλησιάσω τις άκρες οπότε ας πούμε ότι πήγα λίγο πιο κοντά, όσο μπορούσα. Όχι, μου λέει, εδώ. Και εκεί στην άκρη το βράχου στάθηκα. Και είναι περίεργο συναίσθημα όταν στέκεσαι για πολύ ώρα και δεν κάνεις πίσω αμέσως. Παίζεις με τον φόβο ένα ιδιαίτερο παιχνίδι. Και καταλαβαίνεις ότι είναι όλο επάνω σου. Γιόγκα και αηδίες. Πάτε στην κόψη και σταθείτε. Όχι για λίγο αλλά μέχρι να ηρεμήσει η αναπνοή και το μυαλό, όχι όμως να χαλαρώσει. Και μετά να περιηγηθεί η ματιά γύρω. Priceless.

Πέρσυ το καλοκαίρι, στο προηγούμενο ποστ, βγήκα από μια πολύ, πάρα πολύ βαθειά βουτιά. Ακόμη το παλεύω. Είμαι όμως καλύτερα. Και ελπίζω να μη με ξαναρωτήσει κανένας σας γιατί μένω στην επαρχία του μυαλού σας και παίρνω τα βουνά κάθε τρεις και λίγο. Μου αρέσει. 

υγ - π. σε ευχαριστώ για τόσα, μα τόσα πολλά

20120829

αυτό το καλοκαίρι

μΕ είπε η μπλιμ μπλομ και η Ζωή επίσης γράψε ρε συ κανένα ποστ και είπα ας γράψω γιατί τα λέω που τα λέω στο μυαλό μου, ας τα γράψω κιόλας. You see, έχουμε καμιά φορά this noble idea ότι γράφαμε καλά, ή μάλλον αληθινά, και όταν πήγα πίσω και διάβασα μερικά ποστς, έφριξα. Δεν είμαι του γραψίματος σίγουρα ή με ξεπέρασα καλώς και κακώς αλλά έχει δίκιο η μπλιμ μπλομ, τα μπλογκς ήταν και είναι ωραία για τη φάση τους. Το δικό της -ξανά-, της Ελένης, της Ροζαλίας και κανα δυό ακόμα επισκέπτομαι αραιά και που και είναι ωραία, αν φύγουν θα μου λείψουν. (Και μόλις πρόσεξα ότι god bless είναι όλες γυναίκες).  Ήθελα όμως πολύ να γράψω γι' αυτό το καλοκαίρι, οπότε...



Πριν φτάσει το καλοκαίρι ανέβηκα σ' ένα αεροπλανάκι από το Βουκουρέστι και προσγειώθηκα στην Τρανσυλβανία την οποία διέσχισα σ ένα αυτοκίνητο μέσα στη μαύρη νύχτα, που ο οδηγός του έτρεχε σαν τρελός και κάποια στιγμή μπήκε σ ένα χωριό, άδειο, σκοτεινότατο και σταμάτησε και τα έπαιξα γιατί λέω ωραία, γλύτωσα το αυτοκινηστικό, αλλά τώρα θα με βιάσει και θα με σκοτώσει και θα με πετάξει στο χαντάκι. Αλλά απλά είχαμε χάσει το δρόμο. Και έτσι έζησα να το πω και αυτό. Όταν όμως έφτασε αυτό το καλοκαίρι βρέθηκα και σ' ένα άλλο σκοτεινό μέρος (μεταφράστε στ' αγγλικά, εκεί έτσι το λένε :p). Δεν εννοώ φυσικά το περιβάλλον γύρω μου. Και ήταν πιο τρομακτικό και από το πιο απομονωμένο χωριό της Ρουμανίας στα πιο μαύρα τα μεσάνυχτα και με όλους τους θρύλους του Δράκουλα στο μυαλό σου.

Αν πιστεύει κανείς στα σημάδια, αυτό το καλοκαίρι ξεκίνησε όταν ερωτεύτηκα ένα καταπράσινο δάσος στη Σουηδία, τη βόρεια θάλασσα ξανά, τα ανθισμένα κίτρινα λιβάδια ελαιοκράμβης και το υπέροχο ουρανό τους. Σπίτι είναι εκεί που είναι η καρδιά σου και η δικιά μου καρδιά απ' ότι φαίνεται είναι κάπου εκεί πάνω. Από default, από τότε που με ξέρω δηλαδή -από τα γεννητούρια- και δεν ξέρω πως έγινε αυτό. 

Επέστρεψα στην ταλαιπωρημένη, ρημαγμένη χώρα εν μέσω δυο συνεχόμενων εκλογών. Οι περισσότεροι φίλοι ψήφισαν φανατικά το νέο wannabe πασόκ, στο τουίτερ έκραζαν κάτι ξόανα που έλεγαν ότι είναι φιλελεύθερα αλλά δεν είναι, οι αναρχικοί μια εδώ και μια εκεί αλλά τίποτα και η ντροπή, ω η ίδια η ντροπή μέσα στη βουλή. Όσο για μένα, πίστευα ότι σκαμπάζω από πολιτική, πλέον σας λέω δεν.ξέρω.τίποτα. Όχι δεν σάστισα από τις αλλαγές, πιο φτώχεια, πιο εξαθλίωση, πιο ανοσία, πιο παρανομία (μέχρι εκεί, άλλες αλλαγές δεν έχει). Απλά προσπαθώ να μην το χάσω. 

Σκοτεινά ήταν όμως όταν αυτό το καλοκαίρι με βρήκε να ξυπνάω τρομαγμένη μέσα στον ύπνο μου, να στάζω ιδρώτα και να μην μπορώ να πάρω ανάσα. Να σηκώνομαι το πρωί και ν ανοίγει μια αόρατη καταπακτή από πάνω μου και να λούζομαι φρίκη. Να είναι ο αέρας γύρω μου, ένα πηχτό, γκρι πράμα. Και να ουρλιάζουν τα σωθικά μου και να μην μπορώ να κάνω τίποτα πέρα από το να βογκάω από πόνο. Αυτό το καλοκαίρι, πραγματικά, τρόμαξα. Μου κόπηκαν τα πόδια. Ήμουν μόνη και αβοήθητη ή έτσι μου φαινόταν. Και μάζεψα κάτι κομματάκια από το πάτωμα, ότι απέμεινε. Και προσπάθησα να τα βάλω σε τάξη όπως μπορούσα. Και ο Πετ μου είπε όποιον από τους δυο δρόμους αποφασίσω να πάρω θα είναι μαζί μου. Και σνιφ, αλήθεια ήταν σα να μου έδωσε ένα φυλαχτό γεμάτο δύναμη για να ξεκινήσω ένα ακόμη ταξίδι. Το καλύτερο φυλαχτό, unconditional love. Beat that.

Ξύπνησα ένα πρωί αυτό το καλοκαίρι και σκέφτηκα ότι αν ζωγράφιζα εκείνη τη στιγμή, θα ζωγράφιζα μια μάγισσα με μια ελιά στη μύτη της να ανακατεύει ένα καζάνι όπου μέσα ήταν το μυαλό μου. Και ξύπνησα πολλά πρωινά και σκέφτηκα τι θα ζωγράφιζα. Και ο Πετ μου χάιδευε το κεφάλι κάθε πρωί. Και έτσι σιγά σιγά ήμουν καλύτερα. 

Κάποια στιγμή αυτό το καλοκαίρι πήγα στη θάλασσα. Πήγα όσο πιο γρήγορα μπορούσα και για να ξεπλύνω ότι είχα μέσα μου. Και έτσι και έγινε. Έπεφτα, έβαζα γυαλάκια και κολυμπούσα. Δεν σταματούσα. Μετρούσα χεριές, 200, 500, 700, 1100. Όλο και περισσότερες, όλο και πιο άνετα, όλο και πιο μακριά, όλα τα χρώματα της θάλασσας, όλος ο ουρανός. Και να πέφτω βουτιά από την κουπαστή μιας βάρκας. Ξανά και ξανά. Από αυτό το καλοκαίρι (και) αυτό θα το θυμάμαι, picture perfect, να ανεβαίνω στη βάρκα να κοιτάζω το βυθό και να πέφτω. Να μας παίρνει ο ύπνος κάτω από τα πεύκα και να ακούμε τα τζιτζίκια. Να διαβάζω το "Στην Παταγωνία" του Τσάτουιν. Να τραγουδάει μια κοπέλα με υπέροχη φωνή. Να γελάω.

Ένα απόγευμα αυτό το καλοκαίρι, μπήκαμε με τους σάκους μας σ ένα διαμέρισμα στο Le Marais, δυο βήματα από το Pompidou. Η οικοδέσποινα είχε παρέα έναν Αφγανό λίγο μεγαλύτερο μου, ευγενικό, ωραίο παιδί, συστηθήκαμε όλοι, νιώσαμε όλοι λίγο αμήχανα, λίγα αγγλικά που γνώριζε αυτός μας είπε ότι πέρασε και από Ελλάδα, 6 μήνες ήταν στην Πάτρα, μας κέρασε αυτά που είχε αγοράσει να φάει, μας κέρασε και η οικοδέσποινα νερό με σιρόπι αμυγδάλου, έσπρωχνα διακριτικά τις τρεις περσικές γάτες όταν τριβόταν επάνω μου. 

Φαντάσου να έχεις ξεκινήσει από το Αφγανιστάν να πας στην Ευρώπη. Με ότι σου έχει απομείνει. Να έχεις γυναίκα και τρία παιδιά και να τα αφήνεις πίσω. Να μην ξέρεις να διαβάζεις, να γράφεις. Να υποθηκεύεις τη μισή σου περιουσία. Να φτάνεις Ελλάδα και να κοιτάς να μην μπλέξεις με τους τελευταίους των τελευταίων των ομογενών σου και σε βρούνε τρυπημένο και τελειωμένο καμιά μέρα δίπλα από τα σκουπίδια. Να πηγαίνεις Αγγλία έχοντας υποθηκεύσει πλέον και την υπόλοιπη περιουσία σου. Να σε πιάνει η αστυνομία και να τρως απέλαση στη Γαλλία. Να κοιμάσαι κάτω από τις γέφυρες του Παρισιού. Να σε μαζεύει μια Γαλλίδα και να μαθαίνεις να διαβάζεις. Να βρίσκεις δουλειά στις οικοδομές. Να σε παίρνει τηλέφωνο η γυναίκα σου και να σου λέει ότι ο μονάκριβος γιος σου πέθανε. Να συνεχίζεις τη δουλειά. Να τρέχεις ακόμη πιο πολύ, να γίνεται δεκτή η αίτηση σου για Γαλλική υπηκοότητα. Να περιμένεις τη γυναίκα σου να φτάσει και να ξέρεις ότι οι κόρες σου από το Σεπτέμβρη θα πάνε σε γαλλικό σχολείο. Αυτή ήταν η ιστορία του και φυσικά ήταν πολύ περήφανος για να μας την πει ο ίδιος.

Αυτό το καλοκαίρι ξαναπίστεψα στον άνθρωπο, στην αυτοδιάθεση, στην αλληλεγγύη, στα όνειρα, στο να σου χαιδεύουν το κεφάλι. Στη μόρφωση, στις επιστήμες, στις τέχνες. Στη δύναμη της φύσης. Και στην αγάπη. Μας έφερε η οικοδέσποινα να δούμε το πρόγραμμα από το φεστιβάλ όπου προβλήθηκε στο ντοκυμαντέρ του γιου της. Περήφανη, το έκανε όταν ήταν μόλις 17 και τελείως μόνος του. Διαβάζω την αγγλική περιγραφή και μεταφράζω "ήθελα να κάνω ένα ντοκυμαντέρ για το Αφγανιστάν, τη χώρα του πατέρα μου, που ουσιαστικά δεν τον γνώρισα ποτέ, αλλά μου άφησε ένα γράμμα και είπε ότι δεν θέλει να με ξέρει". Ο δικός μου πατέρας όταν τ' άκουσε ανατρίχιασε και εγώ λίγο μετάνιωσα που του είπα την ιστορία γιατί ποιός ξέρει τι έχει τραβήξει ο διπλανός σου κι ας είναι και γονιός σου. Αλλά και ευτυχισμένη -ναι, ευτυχισμένη- που όλα πήγαν καλά και όλα θα πάνε καλά και για τον μικρό που είχε στα 17 τα κότσια να κάνει αυτό που έκανε. Και γαμώ τα παιδιά if you ask me.

Από αυτό το καλοκαίρι θα θυμάμαι το βυθό της θάλασσας και πως φαίνεται ο ουρανός όταν κοιτάς από το βυθό επάνω. Θα με θυμάμαι να είμαι σε ένα chateau κρυμμένο μέσα σε υπέροχους κήπους, να πίνω mojitos και να χορεύω Μαντόνα. Θα θυμάμαι όλες τις φορές που δάκρυσα, μία μία. Όλους τους ανθρώπους με τους οποίους είπαμε και μια κουβέντα παραπάνω. Θα θυμάμαι πως μετά από το πρωινό κουλουριαζόμουνα δίπλα στον Πετ και ηρεμούσα. Αυτό το καλοκαίρι κολύμπησα, έτρεξα, έκλαψα, γέλασα, συγκινήθηκα, αγάπησα ακόμη πιο πολύ, ερωτεύτηκα, χτυπήθηκα, έπεσα, σηκώθηκα, είδα ένα σωρό πράματα, άκουσα ακόμα πιο πολλές ιστορίες και έκοψα και το τσιγάρο.  

Αυτό το καλοκαίρι ήταν το καλύτερο καλοκαίρι. 

20110412

σιβηρία

.
.


Στην έξοδο ενός αυτοκινητοδρόμου κάπου στη Μασσαχουσέτη βρίσκεται ένα diner, όχι αρκετά κιτς για να είναι καλτ, ούτε αρκετά βρώμικο για να είναι και πάλι καλτ. Σε καμία περίπτωση ευάερο, ευήλιο και διαμπερές. Απλά βαρετό. Μόνο εκεί μπορούσα να συγκεντρωθώ και να διαβάσω όταν είχαμε εξεταστική. Και μάλιστα μόνο τις μεταμεσονύκτιες ώρες. Refill? ρωτούσε ξανά και ξανά η σερβιτόρα και της έγνεφα 'ναι' μέχρι τα ξημερώματα. Θα πω ψέματα αν έλεγα ότι μου άρεσε να παρατηρώ τον κόσμο εκεί, ότι ένοιωθα σα να είμαι σε κάποια αμερικάνικη ταινία. Αλλά και πάλι αν δεν γούσταρα σκηνικό τί στο διάολο έκανα εγώ εκεί πέρα από το να προσποιούμαι ότι τάχα μόνο εκεί συγκεντρώνομαι? Συγκέντρωση my ass, χρόνια μετά μπορώ να σας πω για όλες τις μορφές εκεί, κουρασμένα μάτια, μυρωδιά απλυσιάς, πλαστικά λουλουδάκια στο τραπέζι, το πάρκινγκ ν' αδειάζει και να γεμίζει και κανένας να μην μ' ενοχλεί γιατί τί στο διάολο κάνει ένα μικρό κοριτσάκι εκεί τέτοια ώρα αντί να ξεσαλώνει κάπου ή αντί να διαβάζει σπίτι της?


Τον καιρό εκείνο δεν έβλεπα καν ταινίες για να φαντασιωθώ ότι ζούσα τουλάχιστον μέσα σε κάποια ταινία. Με είχαν πάρει όταν ήμουν μικρή να δω στον κινηματογράφο το Days of Thunder και δε μαγεύτηκα ούτε από τη φρικιαστικά μεγάλη οθόνη μέσα στη σκοτεινή αίθουσα, ούτε από μια ιστορία που δε μπορούσα να παρακολουθήσω επειδή ένοιωθα φριχτά εκεί μέσα. Και ακόμη πιο φριχτά ένοιωθα που μετά όλα τα παιδιά συζητούσαν για το πόσο ουάου ήταν αυτή η ταινία και εγώ δεν ήξερα αν πρέπει να προσποιηθώ ότι την είδα ή απλά να σωπάσω από ντροπή που μάλλον μ' έπιασε κλειστοφοβία. Και ενώ ξεπέρασα την κλειστοφοβία, μου έμεινε για χρόνια το κουσούρι ότι δεν πάω κινηματογράφο, ότι μάλλον δεν μου αρέσει, ότι στην τελική ρε παιδιά πάμε καμιά βόλτα, πού να κλειστούμε τώρα να δούμε ταινία, η πόλη είναι εκεί έξω και μας περιμένει, ταινία θα δούμε?

Ένα καλοκαίρι και πάλι πίσω στη Θεσσαλονίκη με τράβηξαν με το ζόρι ο Βαγγέλης και η Λίνα να δούμε το Dancer in the Dark. Χίλια δυό τους είπα για το ότι είναι καλύτερα να κάνουμε καμιά βόλτα παραλία, έχει ωραίο καιρό, όλοι είναι εξώ, εγώ βαριέμαι, δε θέλω, αφού ξέρετε ότι δε βλέπω ταινίες και με αγνόησαν και τους ακολούθησα γιατί απλώς μετά θα βγαίναμε έξω. Στην πόλη που ζέχνει και μας περιμένει. Το σοκαριστικό για μένα μετά την ταινία ήταν ότι οι άλλοι δύο είχαν όρεξη να βγουν έξω ενώ εγώ δε μιλιόμουν, είχα κατεβάσει τα μούτρα, με είχε πιάσει κατάθλιψη και περνούσαν μπροστά από τα μάτια μου σκηνές από την ταινία και μπορεί και να ζαλιζόμουν και ήθελα να κάτσω σε ένα παγκάκι και να μη μιλάω. Και έτσι αποφάσισα ότι αν δεν μου άρεσε μία πριν ο κινηματογράφος, τώρα κατάλαβα ότι θα έπρεπε πάσει θυσία να τον αποφεύγω γιατί μου κάνει αυτό το πράγμα που στους άλλους δεν το έκανε.

Η Έλυ με τράβηξε να δω το Caro Diario σε ένα μάθημα που είχε για τον Ιταλικό σινεμά, η Αισέ να δω το Festen, από μόδα είδα Κουστουρίτσα. Μετά μόνο μπύρες ήθελα να πίνω και να μη μιλάω σε κανέναν. Κάποιος φίλος έκανε ταινία και μ' έβαλε να παίξω τη σύζυγο του. Στην πρώτη σκηνή ήμασταν αγαπημένο ζευγάρι, στη δεύτερη το χαμε χάσει λίγο, στην τρίτη έκαιγε το πουκάμισο του με τσιγάρο και εγώ έπρεπε να κάνω πως κάνω στριπτίζ και ήμουν τόσο ξυνισμένη που έκανε μια γρήγορη λήψη γυμνής πλάτης και τελειώσαμε. Τον δοκίμασα τον κινηματογράφο και σας λέω απέτυχε, δε μου κάνει, δεν μου αρέσει ένα πράμα. Και γυρνώντας Θεσσαλονίκη μου μιλούσαν φίλοι για ένα κουλτουριάρικο περιοδικό που έλεγε για κινηματογράφο και δεν έδινα δεκάρα τσακιστή γιατί με τί κάθεστε και ασχολείστε ρε παιδιά, η πόλη είναι εκεί έξω, ζέχνει και μας περιμένει.

Δευτέρα βράδυ προχθές και κοντά μεσάνυχτα καθόμασταν και τρώγαμε σε ένα μαγαζάκι στην Ιουστινιανού με τρία τραπέζια που μοιάζει με τυροπιτάδικο αλλά μαγείρευε η κυρία Ρουσλάνα, έτσι τη λέω γιατί ήταν ρωσίδα η κυρία με ξανθά μαλλιά που μικρή μάλλον τα έκανε κοτσίδες και παχουλή με κόκκινο πρόσωπο. Υπό νορμάλ συνθήκες θα έλεγα καμιά εξυπνάδα του τύπου 'κοίτα μας μαθαίνουν τα free press των χαμουτζίδων για τέτοια φαγάδικα' αλλά με είχε πιάσει εκείνη η σιωπή της κινηματογραφοβίας, που ξέχασα να πω ότι είχα μάθει από χρόνια ότι με πιάνει και στην αληθινή ζωή τελικά και ότι μάλλον κάπως αλλιώς θα πρέπει να λέγεται και ακόμη χειρότερα δε μπορώ να ζήσω χωρίς αυτό.

'Τσαμ, τσεχ, τσιφούτ λένε οι..' είπε ο κύριος από το διπλανό τραπέζι στην παρέα του και ίδρωσαν τα χέρια μου από το ζόρι μου που παρόλο που ήμασταν μόνο δυό τραπέζια δεν μπορεσα ν' ακούσω ποιοί το λένε αυτό και μετά κάτι λέγανε για Τσάμηδες και Αρβανίτες και για αυτούς που ζούνε δίπλα από ποτάμια και για τα γλαροπούλια που κάνουν φωλιές στη Ροτόντα και μετά πιάσαμε και εμείς συζήτηση για παζάρια στο δρόμο στη Θεσσαλονίκη και τί μπορείς να βρεις από τη Βαλτική. Ψοφάω για ιστορίες. Κας ας είναι μισές αλήθειες, μισά ψέματα. Και μάλιστα ιστορίες που τις ακούς τυχαία και εκεί που δεν το περιμένεις. Ω, τα χερια μου είχαν ιδρώσει από ενθουσιασμό τελικά.

Όσοι έχετε δει το '12' θα καταλάβετε. Η παρέα στο διπλανό τραπέζι ήταν βγαλμένη από την ταινία. Πέντε άντρες και μια γυναίκα χωρίς προφανή σχέση μεταξύ τους, οικογενειακή, φιλική, επαγγελματική, τρωγόμουν να ρωτήσω τί είστε ρε παιδιά, συνευρέθηκαν να φάνε για κάποιο λόγο δε μπορεί κι όμως ένας ένας δε φαινόταν να έχουν σχέση με τον άλλον κι όμως ένας ένας είχαν στο πρόσωπο τους μια ιστορία ζωγραφισμένη, να ο κύριος που μιλούσε τώρα ήταν ένας παππούλης που μιλούσε με απαλή φωνή τα πιο όμορφα, ωραία και λίγο παρωχημένα-με-γοητευτικό-τρόπο ελληνικά που έχω ακούσει εδώ και καιρό. Ο απέναντι του ήταν πιο νέος, πρόσωπο γεμάτο εσωστρέφεια αλλά και περηφάνεια, κάποια στιγμή είπαμε ότι αν ήταν τελικά όλοι Ρώσοι στην καταγωγή αυτός θα ήταν Καζάκος. Και συνέχισα να κατεβάζω μπουκιές, να τους παρακολουθώ σα να βλέπω σκηνή από ταινία και φυσικά επιστροφή στη μαύρη σιωπή.

Λατρεύω τον κινηματογράφο. Να όμως βλέπω δίπλα τον φίλο μου αυτή τη στιγμή που έχει δει δεκαπλάσιες ταινίες από μένα, που στον κινηματογράφο ορκίζεται και λατρεύει, που στις ταινίες είδε κάτι πολύ μεγαλύτερο από το σερβιρισμένο περίτεχνα ή όχι entertainment, που ξέρει άλλους είκοσι, τριάντα που λέει ότι αγαπάνε και καταλαβαίνουν τον κινηματογράφο ακόμη περισσότερο. Κάτι ψίχουλα έχω δει και γω και όμως αν με ρωτήσεις να μιλήσω χωρίς φόβο ότι θα θεωρηθώ σνομπ θα σου πω ότι γύρω μου πάντα έβλεπα και βλέπω τις πιο γαμάτες ταινίες. Τις ζω ένα πράμα. Με ένα τέτοιο ένστικτο αγάπησα λοιπόν και τον κινηματογράφο αλλά και πολλά άλλα πράματα, κυρίως αυτή και κάθε πόλη.

Σε μια συνάντηση πρόσφατα όπου μιλούσαμε για τον νέο Εξώστη λοιπόν κάποιος έκανε αναφορά σε εκείνο το παλιό free press για το οποίο μιλούσαν οι φίλοι μου παλιά και εγώ απαξιούσα. Συγκεκριμένα το χαρακτήρισε ως κάπως ιντελεκτουάλ, κλειστού κύκλου, για γνώστες, για λίγους ή κάτι τέτοιο. Σκέφτηκα ότι κρίμα αν δεν μπορείς να δεις μια ταινία όπως δε μπορούσα και εγώ για καιρό αλλά ακόμη πιο κρίμα αν δεν έχεις συνειδητοποιήσει ότι η πόλη που είναι εκεί έξω και ζέχνει και σε καλεί, αυτό πάντα έκανε και μερικοί έτσι την άκουσαν και αυτό είναι καλό. Λες και τώρα πια υπήρχε καμία περίπτωση να πάω σε εκείνο το diner να ξενυχτάω με τα refills του χτικιού που έκανε την σερβιτόρα. Αλλά να ρε συ, τουλάχιστον το θυμήθηκα με κάποια ευάερη, ευήλια και διαμπερή ανατριχίλα
.