20110412

σιβηρία

.
.


Στην έξοδο ενός αυτοκινητοδρόμου κάπου στη Μασσαχουσέτη βρίσκεται ένα diner, όχι αρκετά κιτς για να είναι καλτ, ούτε αρκετά βρώμικο για να είναι και πάλι καλτ. Σε καμία περίπτωση ευάερο, ευήλιο και διαμπερές. Απλά βαρετό. Μόνο εκεί μπορούσα να συγκεντρωθώ και να διαβάσω όταν είχαμε εξεταστική. Και μάλιστα μόνο τις μεταμεσονύκτιες ώρες. Refill? ρωτούσε ξανά και ξανά η σερβιτόρα και της έγνεφα 'ναι' μέχρι τα ξημερώματα. Θα πω ψέματα αν έλεγα ότι μου άρεσε να παρατηρώ τον κόσμο εκεί, ότι ένοιωθα σα να είμαι σε κάποια αμερικάνικη ταινία. Αλλά και πάλι αν δεν γούσταρα σκηνικό τί στο διάολο έκανα εγώ εκεί πέρα από το να προσποιούμαι ότι τάχα μόνο εκεί συγκεντρώνομαι? Συγκέντρωση my ass, χρόνια μετά μπορώ να σας πω για όλες τις μορφές εκεί, κουρασμένα μάτια, μυρωδιά απλυσιάς, πλαστικά λουλουδάκια στο τραπέζι, το πάρκινγκ ν' αδειάζει και να γεμίζει και κανένας να μην μ' ενοχλεί γιατί τί στο διάολο κάνει ένα μικρό κοριτσάκι εκεί τέτοια ώρα αντί να ξεσαλώνει κάπου ή αντί να διαβάζει σπίτι της?


Τον καιρό εκείνο δεν έβλεπα καν ταινίες για να φαντασιωθώ ότι ζούσα τουλάχιστον μέσα σε κάποια ταινία. Με είχαν πάρει όταν ήμουν μικρή να δω στον κινηματογράφο το Days of Thunder και δε μαγεύτηκα ούτε από τη φρικιαστικά μεγάλη οθόνη μέσα στη σκοτεινή αίθουσα, ούτε από μια ιστορία που δε μπορούσα να παρακολουθήσω επειδή ένοιωθα φριχτά εκεί μέσα. Και ακόμη πιο φριχτά ένοιωθα που μετά όλα τα παιδιά συζητούσαν για το πόσο ουάου ήταν αυτή η ταινία και εγώ δεν ήξερα αν πρέπει να προσποιηθώ ότι την είδα ή απλά να σωπάσω από ντροπή που μάλλον μ' έπιασε κλειστοφοβία. Και ενώ ξεπέρασα την κλειστοφοβία, μου έμεινε για χρόνια το κουσούρι ότι δεν πάω κινηματογράφο, ότι μάλλον δεν μου αρέσει, ότι στην τελική ρε παιδιά πάμε καμιά βόλτα, πού να κλειστούμε τώρα να δούμε ταινία, η πόλη είναι εκεί έξω και μας περιμένει, ταινία θα δούμε?

Ένα καλοκαίρι και πάλι πίσω στη Θεσσαλονίκη με τράβηξαν με το ζόρι ο Βαγγέλης και η Λίνα να δούμε το Dancer in the Dark. Χίλια δυό τους είπα για το ότι είναι καλύτερα να κάνουμε καμιά βόλτα παραλία, έχει ωραίο καιρό, όλοι είναι εξώ, εγώ βαριέμαι, δε θέλω, αφού ξέρετε ότι δε βλέπω ταινίες και με αγνόησαν και τους ακολούθησα γιατί απλώς μετά θα βγαίναμε έξω. Στην πόλη που ζέχνει και μας περιμένει. Το σοκαριστικό για μένα μετά την ταινία ήταν ότι οι άλλοι δύο είχαν όρεξη να βγουν έξω ενώ εγώ δε μιλιόμουν, είχα κατεβάσει τα μούτρα, με είχε πιάσει κατάθλιψη και περνούσαν μπροστά από τα μάτια μου σκηνές από την ταινία και μπορεί και να ζαλιζόμουν και ήθελα να κάτσω σε ένα παγκάκι και να μη μιλάω. Και έτσι αποφάσισα ότι αν δεν μου άρεσε μία πριν ο κινηματογράφος, τώρα κατάλαβα ότι θα έπρεπε πάσει θυσία να τον αποφεύγω γιατί μου κάνει αυτό το πράγμα που στους άλλους δεν το έκανε.

Η Έλυ με τράβηξε να δω το Caro Diario σε ένα μάθημα που είχε για τον Ιταλικό σινεμά, η Αισέ να δω το Festen, από μόδα είδα Κουστουρίτσα. Μετά μόνο μπύρες ήθελα να πίνω και να μη μιλάω σε κανέναν. Κάποιος φίλος έκανε ταινία και μ' έβαλε να παίξω τη σύζυγο του. Στην πρώτη σκηνή ήμασταν αγαπημένο ζευγάρι, στη δεύτερη το χαμε χάσει λίγο, στην τρίτη έκαιγε το πουκάμισο του με τσιγάρο και εγώ έπρεπε να κάνω πως κάνω στριπτίζ και ήμουν τόσο ξυνισμένη που έκανε μια γρήγορη λήψη γυμνής πλάτης και τελειώσαμε. Τον δοκίμασα τον κινηματογράφο και σας λέω απέτυχε, δε μου κάνει, δεν μου αρέσει ένα πράμα. Και γυρνώντας Θεσσαλονίκη μου μιλούσαν φίλοι για ένα κουλτουριάρικο περιοδικό που έλεγε για κινηματογράφο και δεν έδινα δεκάρα τσακιστή γιατί με τί κάθεστε και ασχολείστε ρε παιδιά, η πόλη είναι εκεί έξω, ζέχνει και μας περιμένει.

Δευτέρα βράδυ προχθές και κοντά μεσάνυχτα καθόμασταν και τρώγαμε σε ένα μαγαζάκι στην Ιουστινιανού με τρία τραπέζια που μοιάζει με τυροπιτάδικο αλλά μαγείρευε η κυρία Ρουσλάνα, έτσι τη λέω γιατί ήταν ρωσίδα η κυρία με ξανθά μαλλιά που μικρή μάλλον τα έκανε κοτσίδες και παχουλή με κόκκινο πρόσωπο. Υπό νορμάλ συνθήκες θα έλεγα καμιά εξυπνάδα του τύπου 'κοίτα μας μαθαίνουν τα free press των χαμουτζίδων για τέτοια φαγάδικα' αλλά με είχε πιάσει εκείνη η σιωπή της κινηματογραφοβίας, που ξέχασα να πω ότι είχα μάθει από χρόνια ότι με πιάνει και στην αληθινή ζωή τελικά και ότι μάλλον κάπως αλλιώς θα πρέπει να λέγεται και ακόμη χειρότερα δε μπορώ να ζήσω χωρίς αυτό.

'Τσαμ, τσεχ, τσιφούτ λένε οι..' είπε ο κύριος από το διπλανό τραπέζι στην παρέα του και ίδρωσαν τα χέρια μου από το ζόρι μου που παρόλο που ήμασταν μόνο δυό τραπέζια δεν μπορεσα ν' ακούσω ποιοί το λένε αυτό και μετά κάτι λέγανε για Τσάμηδες και Αρβανίτες και για αυτούς που ζούνε δίπλα από ποτάμια και για τα γλαροπούλια που κάνουν φωλιές στη Ροτόντα και μετά πιάσαμε και εμείς συζήτηση για παζάρια στο δρόμο στη Θεσσαλονίκη και τί μπορείς να βρεις από τη Βαλτική. Ψοφάω για ιστορίες. Κας ας είναι μισές αλήθειες, μισά ψέματα. Και μάλιστα ιστορίες που τις ακούς τυχαία και εκεί που δεν το περιμένεις. Ω, τα χερια μου είχαν ιδρώσει από ενθουσιασμό τελικά.

Όσοι έχετε δει το '12' θα καταλάβετε. Η παρέα στο διπλανό τραπέζι ήταν βγαλμένη από την ταινία. Πέντε άντρες και μια γυναίκα χωρίς προφανή σχέση μεταξύ τους, οικογενειακή, φιλική, επαγγελματική, τρωγόμουν να ρωτήσω τί είστε ρε παιδιά, συνευρέθηκαν να φάνε για κάποιο λόγο δε μπορεί κι όμως ένας ένας δε φαινόταν να έχουν σχέση με τον άλλον κι όμως ένας ένας είχαν στο πρόσωπο τους μια ιστορία ζωγραφισμένη, να ο κύριος που μιλούσε τώρα ήταν ένας παππούλης που μιλούσε με απαλή φωνή τα πιο όμορφα, ωραία και λίγο παρωχημένα-με-γοητευτικό-τρόπο ελληνικά που έχω ακούσει εδώ και καιρό. Ο απέναντι του ήταν πιο νέος, πρόσωπο γεμάτο εσωστρέφεια αλλά και περηφάνεια, κάποια στιγμή είπαμε ότι αν ήταν τελικά όλοι Ρώσοι στην καταγωγή αυτός θα ήταν Καζάκος. Και συνέχισα να κατεβάζω μπουκιές, να τους παρακολουθώ σα να βλέπω σκηνή από ταινία και φυσικά επιστροφή στη μαύρη σιωπή.

Λατρεύω τον κινηματογράφο. Να όμως βλέπω δίπλα τον φίλο μου αυτή τη στιγμή που έχει δει δεκαπλάσιες ταινίες από μένα, που στον κινηματογράφο ορκίζεται και λατρεύει, που στις ταινίες είδε κάτι πολύ μεγαλύτερο από το σερβιρισμένο περίτεχνα ή όχι entertainment, που ξέρει άλλους είκοσι, τριάντα που λέει ότι αγαπάνε και καταλαβαίνουν τον κινηματογράφο ακόμη περισσότερο. Κάτι ψίχουλα έχω δει και γω και όμως αν με ρωτήσεις να μιλήσω χωρίς φόβο ότι θα θεωρηθώ σνομπ θα σου πω ότι γύρω μου πάντα έβλεπα και βλέπω τις πιο γαμάτες ταινίες. Τις ζω ένα πράμα. Με ένα τέτοιο ένστικτο αγάπησα λοιπόν και τον κινηματογράφο αλλά και πολλά άλλα πράματα, κυρίως αυτή και κάθε πόλη.

Σε μια συνάντηση πρόσφατα όπου μιλούσαμε για τον νέο Εξώστη λοιπόν κάποιος έκανε αναφορά σε εκείνο το παλιό free press για το οποίο μιλούσαν οι φίλοι μου παλιά και εγώ απαξιούσα. Συγκεκριμένα το χαρακτήρισε ως κάπως ιντελεκτουάλ, κλειστού κύκλου, για γνώστες, για λίγους ή κάτι τέτοιο. Σκέφτηκα ότι κρίμα αν δεν μπορείς να δεις μια ταινία όπως δε μπορούσα και εγώ για καιρό αλλά ακόμη πιο κρίμα αν δεν έχεις συνειδητοποιήσει ότι η πόλη που είναι εκεί έξω και ζέχνει και σε καλεί, αυτό πάντα έκανε και μερικοί έτσι την άκουσαν και αυτό είναι καλό. Λες και τώρα πια υπήρχε καμία περίπτωση να πάω σε εκείνο το diner να ξενυχτάω με τα refills του χτικιού που έκανε την σερβιτόρα. Αλλά να ρε συ, τουλάχιστον το θυμήθηκα με κάποια ευάερη, ευήλια και διαμπερή ανατριχίλα
.

20110204

it feels oh so sticky

.



Μια παλιά μερσεντές πάνω στο catwalk, μια μοντέλα άτολμη, αφάνταστη κόπια της κάθε μοντέλας που κάποιος στάιλιστ ήθελε να την κάνει να μοιάζει με τη Μαντόνα στη δεκαετία του 80 και γύρω γύρω κάτι παιδάκια που θα έρεπε να είναι σέξυ αλλά νοιώθουν τόσο άβολα εκεί πάνω και δεν μπορούν καν να εκτελέσουν την χορογραφία που κι αυτή θα έπρεπε να είναι σέξυ αλλά dammit όλα θέλουν δουλειά, στήσε εδώ μπαμ μπαμ να τελειώνουμε. Madwalk ή κάπως έτσι το λέγανε το event. Κοιτάζω τα μπούτια μια κυρίας που κάθεται στην πρώτη σειρά, θέε μου πόσο χοντρή είναι, σκέφτομαι, η πρώτη σειρά την μάρανε και δε ντρέπεται και άλλα τέτοια. Και κοιτάζω και τις διπλανές τις, μες στο καρακιτσαριό και δεν ξέρω τί είναι χειρότερο. Που φυσικά ξέρω. Το χειρότερο είναι ότι εγώ έγινα θείτσα, δες με τί ασχολούμαι.

Και όσο τα γράφω όλα αυτά γλύφω με τη γλώσσα μου ένα δόντι που έσπασε. Dammit, σκέφτομαι αυτές που λένε τα όνειρα στο χωριό μου, το σπασμένο δόντι το έχουν για θάνατο. Damn, σκέφτομαι και ξαναστριφογυρίζω στην καρέκλα, το δόντι ελάχιστα πονάει, λέω μπας και βρω το επόμενο MadWalk και ξεχαστώ, κανονικά θα έπρεπε αυτή τη στιγμή να αιτιολογώ κάποια περιβαλλοντική πολιτική την οποία θα ενσωματώσουμε σε κάποια μελέτη σκοπιμότητας που θα πρέπει να την αναλάβει κάποια εταιρεία συμβούλων.. Μα τί λέω, κανονικά θα έπρεπε να γράφω τη μεθοδολογία που πρέπει να καταθέσω σαν προσφορά και μπλα μπλα για να μη μείνω άνεργη και μη με ρωτήσετε τί ακριβώς εννοώ, ούτε εγώ ξέρω τί πρέπει να κάνω και γι' αυτό δεν το κάνω.. Μα τί λέω, κανονικά θα έπρεπε να πάω και στον οδοντίατρο και γενικές εξετάσεις που έχω καιρό να κάνω και άλλα τέτοια, γιατί είναι μην σε πιάσει η φρίκη.. Μα τί λέω, κανονικά θα έπρεπε να πάω να πληρώσω την ασφάλεια μου αλλά αν την πληρώσω δεν θα έχω λεφτά για διάφορες από τις εξετάσεις που θέλω να κάνω αφού αυτές δεν καλύπτονται από την ασφάλεια.. Μα τί λέω, όλα αυτά είναι μια μεγάλη δικαιολογία για τον πανικό που με πιάνει, τον ήσυχο, σιωπηλό πανικό που κάποιος γιατρός στο μέλλον θα πει ότι δεν έπρεπε να εσωτερικεύσω και θα του ά στο διάολο, αλήθεια?

Και μετά βλέπω τις ανταποκρίσεις από Αίγυπτο. Τις φωνές απλών ανθρώπων όπως τις μεταφέρουν οι δημοσιογράφοι σαν ατάκες. Ο εξεγερμένος ως φαντασίωση του καταπνιγμένου. Ότι αυτή η εξέγερση μεταδίδεται και σε άλλες χώρες και η έκπληξη γι' αυτό. Η υποκριτική έκπληξη ότι δεν είναι ιδεολογικός αγώνας, δεν είναι μουσουλμανικός αλλά ζητάνε μια πιο δίκαιη κοινωνία. Σώπα ρε, θέλει πολλά πτυχία και εμπειρία για να το πεις αυτό? Και να και οι φωτογραφίες μετά. Οι γυναίκες της Αιγύπτου. Να φωνάζουν, να διαμαρτύρονται, να είναι έξω εκεί και αυτές. Σώπαρεσυ. Και σαν γυναίκα κι εγώ δε μπορώ παρά ν ανατριχιάσω, όχι λόγω κάποιου αισθήματος αλληλεγγύης/sisterhood όμως, που κατά τ' άλλα το μοιράζομαι. Βλέπω την facebook profile picture που ανέβασε η πιτσιρίκα κόρη ενός γείτονα και είναι με στρινγκ και ζαρτιέρες και λέω ότι αυτό ίσως είναι μια υγιής έκφραση σεξουαλικότητας από τη μιά, από την άλλη τί μπορεί να την έχει κάνει oh-so-desperate. Πού και κει ξέρω. Ο πατέρας της. Και η σιωπή της μητέρας της. Αλλά τελικά ποτέ δεν ξέρεις.

Διαβάζω για την Amy Chua και το πως μεγάλωσε τις κόρες τις με κινέζικες αρχές, να είναι άριστες στα πάντα. Τα περιγραφεί με τρομακτική λεπτομέρεια, τί δεν τις άφηνε να κάνει, τους διαλόγους φρίκης που αντάλλαξαν ανά περιόδους, όλα στη φόρα και δεν μπορείς παρά να υποψιαστείς ότι αυτό το μπλα μπλα κομπορρημοσύνης μάλλον δεν είναι ακριβώς κινέζικο. Το εξήγησε καλύτερα ο LastPsych που διαβάζω εδώ και καιρό, για την ακρίβεια δεν το εξήγησε απλώς αλλά διέλυσε ότι είπε, ένα ένα. Ένας κατά τ' άλλα αλκοολικός ψυχίατρος. Και να και η κουβέντα που είχαμε προχθές, γιατροί αλκοολικοί ή κοκάκηδες. Φημισμένοι γιατροί, επιτυχημένοι γιατροί και κυρίως άψογοι γιατροί. Γιατί στην τελική πόσο να εμπιστευτείς οποιονδήποτε καλογυαλισμένο?

Γενικώς, είμαστε προορισμένοι για την αθλιότητα ή απλώς ζούμε σε μια εποχή όπου η lowbrow γκροτέσκα τέχνη, την οποία γενικώς αντιπαθώ, είναι η καλύτερη δυνατή έκφραση της?

20100619

we sat and put ourselves between us

.

Δεν μπορείς να φανταστείς πως είναι ο καιρός τελευταία... Κάνει ζέστη, πολύ ζέστη, μετά βρέχει, μετά έχει ακόμη περισσότερη ζέστη, μετά πιάνει καταιγίδα, αστράφτει αυτή τη στιγμή που κάθομαι στο μπαλκόνι, οι απέναντι μαζεύτηκαν, λέω να μπω κι εγώ μέσα.. κι όμως είναι ωραία, μου βρέχει λίγο τα πόδια εδώ που κάθομαι αλλά ας μαζευτώ κι εγώ. Έχω βάλει να ακούω και μια εκπομπή του ggl, μια από αυτές που έχω ακούσει πολλές φορές και δεν είναι ότι θα την περιέγραφα ανεπανάληπτη, απίστευτη, ουάου ή κάτι τέτοιο αλλά έχω κι εγώ τις εμμονές μου, υπάρχουν λίγα, μικρά πράγματα που χωρίς να ξέρω γιατί μου έρχεται να τ' αγκαλιάσω, να τα έχω κοντά μου, να τα αγαπάω, να μου είναι οικεία, να είναι το μικρό μου σύμπαν, ίσως να νομίζω ότι όλος ο κόσμος εν δυνάμει αποτελείται από πράγματα που βρίσκω όμορφα. Ωχ τί εύκολο μου έχει γίνει και το μπλα μπλα.

Μου έχει λείψει να κάθομαι και να μιλάω, να μιλάω, να μιλάω μέχρι να ξημερώσει και να μην έχουμε πάρει χαμπάρι ότι έχει ξημερώσει και να μην έχουμε να κάνουμε τίποτα την άλλη μέρα. Να σιωπούμε και να χαζεύουμε τα αστέρια και να μην έχουμε πάρει χαμπάρι ότι σιωπούμε και κοιτάμε τ' αστέρια, να προέκυψε απλώς, να έγινε από μόνο του γιατί ξεχαστήκαμε, γιατί δεν είχαμε τί αλλο να κάνουμε, ή μάλλον είχαμε αλλά το ξεχάσαμε να το κάνουμε, εκείνο, όχι το να κοιτάξουμε τ' αστέρια. Με έχει στοιχειώσει μια εικόνα που είχε περιγράψει παλιά ο Ovi στο blog του, που ήταν σπίτι του με την ωραία οικογένεια του που αγαπάει τόσο πολύ και τον λατρεύουν τόσο πολύ, δεν το έλεγε αυτό, το καταλαβαίναμε, και βγήκε μετά το φαγητό -νομίζω- μια βόλτα έξω- και πήγε και κάθισε δίπλα από μια λίμνη εκεί πάνω στην Φιλανδία και σκέφτηκε 'εκείνη', όχι ακριβώς τί να κάνει ή που να είναι αλλά εκείνο το πράμα που συμβαίνει όταν σκέφτεσαι κάποιον και τον νοιώθεις τόσο ζωντανά δίπλα σου, που σου έρχεται όλη η αύρα του, που βγαίνει από μέσα σου ένας εαυτός σου που υπήρξε σαν όνειρο, που είναι τόσο επαναστατικό, τόσο δυνατό, που όσο και να στρώσεις τη ζωή σου σε μια καθημερινότητα, ο έρωτας τελικά είναι επαναστατικός, ακόμη κι αν έχει λήξει, ακόμη κι αν πιστεύεις ότι δεν θα τον ξαναζήσεις, αρκεί μια φορά να τον έχεις ζήσει κι ας μείνεις μετά να μοιράζεις απλώς αγάπη ή να πορεύεσαι μόνος ή και τα δυό.

Σνιφφφ και να φανταστείς ότι δεν περιμένω καν περίοδο. Έχω μια φίλη που λέει ότι το γράψιμο είναι λυτρωτικό, μπορεί κα γι' αυτό να γράφω άλλο αν δημοσιεύω πλέον ελάχιστα, το θέμα είναι ότι οι φίλοι μου το ξέρετε πια το βλογ και όχι, δεν είναι ότι έχω κάτι να κρύψω, αλλά ώρες ώρες θα ήθελα να μην το ξέρετε για να μην ανησυχείτε, να μην νομίζετε ότι κάτι δεν πάει καλά, ω να μην σκανδαλίζεστε και να μην τρομάζετε με αυτό που βλέπετε. Πάντως αντικειμενικά μιλώντας όλα καλά οκ. Ακόμη περισσότερο βέβαια θα μου άρεζε κάποιος από αυτούς που διάβαζε να καταλάβαινε γιατί μπαίνω σε αυτή τη διαδικασία να πω εκείνο το πράμα, το άλλο, να με παρουσιάσω έτσι, αλλιώς, να διαβάσει ανάμεσα στις γραμμές, να διαβάσει 'εμένα' τέλοσπάντων και όχι αυτά που γράφω.

Μόλις μου ήρθε ότι μου λείπει ο μπιριμπίρης -τον θυμάστε εκείνον τον βλόγγερ?-. Για όσους με ρώτησαν τόσες φορές, να ξαναπώ ότι όχι δεν γνωριζόμασταν, οι υπόλοιποι δεν με ρώτησαν γιατί υπέθεσαν ότι γνωριζόμαστε και μάλιστα πολύ καλά. Τί ωραίο πράμα να βλέπουν οι άλλοι κάτι τέτοιο ε? Φαντάσου εγώ που έχω λυώσει στην ονλάιν, βίρτουαλ ζωή χρόνια πριν, να μου λείπει τόσο φριχτά ένας βλόγγερ που δεν έχω γνωρίσει. Αλλά με καταλάβαινε ένα πράμα από μακριά, τρόπος του λέγειν, από τις δυό, τρεις πρώτες λέξεις που θα έγραφα. Λοιπόν για τον μπιριμπίρη ανησυχώ και μάλιστα ανησυχώ για αυτό που ας τολμήσω τώρα να πω ότι εχμμ μήπως δεν είναι πια μαζί μας. Και δεν ξέρω κι αν θέλω να ξέρω. Μου πήρε ήδη δυό χρόνια να πω από εδώ τον φόβο μου και να πω ότι όχι όση ευχέρεια κι αν είχα να το ψάξω δεν το έψαξα και δεν θέλω, ναι τελικά μπορεί να μην θέλω να ξέρω. Μαύρη μαυρίλα ρίχνει η τρολ με κάτι τέτοια. Να θυμηθώ μόνο κάποια στιγμή να πάω επιτέλους να σώσω εκείνο το απίστευτο ποστ που είχε γράψει για την αυπνία, μην του σβήσουν το βλογ καμιά μέρα και χαθεί ένα κείμενο που ...μάτωνε ρε παιδιά. Ένα ακόμη από αυτά τα μικρά τα αγαπημένα τα δικά μου πράγματα, που μου αρέσει να μαζεύω, να συλλέγω σχεδόν, τόσο προσεκτικά όμως.

Ξέρεις, όταν δεν βρίσκω τέτοια πράγματα μαραζώνω. Κάποιος απέξω θα πει ότι ω της τρολ της αρέσουν οι εκπομπές του τζιτζιελ για τις μουσικές, για αυτά που λέει, ή ότι ο μπιριμπίρης είναι κάποιος που μπορεί και να ερωτεύτηκε ονλάιν και άλλα τέτοια και τελικά δεν είναι τίποτα από όλα αυτά αλλά αυτά είναι μικρές, πολύ μικρές ανάσες που με συνεφέρνουν όμως, που μου κάνουν καλή παρέα, που μου δείχνουν ότι ο κόσμος είναι όπως στο μυαλό μου, γεμάτος με απλά, όμορφα πράγματα ή ότι όλοι είμαστε φρικιά..

..ναι Deuced δεν την γλυτώνεις, ξέρω ότι διαβάζεις ακόμα. Μου λείπουν και τα δικά σου κείμενα, τα πιο παλιά. Μπορεί τα κείμενα του άλλου να μάτωναν, τα δικά σου έκοβαν όμως με το ξυράφι, τώρα βαριέμαι να σε διαβάζω και να πούμε όλοι την αλήθεια τα βλογ μας όσοι τα κρατήσαμε δεν τα χρησιμοποιούμε όπως παλιά πλέον. Ας έχει, η ζωή πάεο μπροστά αλλά ήταν ωραία έτσι?

Μόνο εγώ ψάχνω και πάλι από πού να πιαστώ? Η' μάλλον μόνο εγώ ψάχνω να βρω κι άλλους μπιριμπίριδες, κι άλλους παλιούς deuced-s, κι άλλους παλιούς(ναι και εκεί ισχύει) ggls? Και μάλιστα και στην αληθινή[sic] μου ζωή. Βάζω το χέρι μου στη φωτιά ότι μπλιμ μπλομ και εσύ διαβάζεις και εσύ συμφωνείς, αν όχι για τα πρόσωπα, σίγουρα για το όλο σκηνικό, ρε συ, εσύ σαν μπλιμ μπλομ υπήρξες ονλάιν με ελάχιστες λέξεις και πάλι τόσο δυνατά, ξέρεις πόσο γαμάτο είναι αυτό?

Με αυτό το ποστ νοιώθω λίγο σαν αυτό που περιέγραψε ο Ovi που καθόταν δίπλα από τη λίμνη και σκεφτόταν 'εκείνη'. Με έχει πληγώσει αυτό το πράγμα, το κάνω και εγώ, με έχει κάνει μοναχική, προβληματίζει σίγουρα όποιον έχω γύρω μου αλλά αλήθεια παιδιά δεν μπορώ, δεν μπορώ καθόλου αν μια στο τόσο δεν κάνω μια βουτιά έτσι στα πολύ βαθειά. Το ονομάζω ελευθερία.

Κι ας πάει επιτέλους κάποιος να σώσει εκείνο το απίστευτο κείμενο για την αυπνία.

20100429

we are poor

.

photo by Stratis Vogiatzis


Σκεφτόμουν προχθές πόσο μου αρέσει το σούσι. Και το σκεφτόμουν με αφορμή μια συνηθισμένη, χαζο-αστεία στιχομυθία, από αυτές που πάνε και καλά να διασκεδάσουν την κρίση -και καλά κάνουν αλλά οκ... λέει λοιπόν ένας: 'Τώρα με την κρίση θα κόψουμε και το σούσι' (και καλά) και απαντάει κάποιος άλλος 'Γιατί, σε ποιόν άρεσε?'. Σόρυ παιδιά αν είστε τόσο βλήματα που το τρώγατε με το ζόρι ενώ δεν σας άρεσε, εγώ αστείο σε αυτό δεν βρίσκω, ούτε καν κάτι παλαιομοδίτικα κωμικό ως καρικατούρα του δήθεν νεοπλουτισμού και μπλα μπλα... στην τελική το σούσι το λατρεύω και το λάτρεψα από την πρώτη στιγμή που το δοκίμασα. Φυσικά σε διάφορες χώρες βρίσκεις μια χαρά σούσι σε πολύ καλές τιμές, ενώ εδώ όχι, οπότε να πω την αλήθεια στην Ελλάδα σούσι δεν έχω φάει, αλλά όπου αλλού κι αν ήμουν δεν έχανα ευκαιρία να τσιμπήσω έστω και μια εξάδα california maki απλώς. Ωμό χέλι? Παιδιά πεθαίνω, είχα συγκλονιστεί με την γεύση. Τέλοσπαντων μια φορά μόνο στην Ελλάδα που μου είχε λείψει πολύ, ήταν να κατέβω Αθήνα, είχα μαζέψει και λεφτά, έκανα μια έρευνα και βρήκα που έχει καλό σούσι και είπα ότι οκ όσο κάνει θα πάω να φάω. Πήγα, και πήγα μόνη μου γιατί ντρεπόμουν να πω στους φίλους μου πάμε να φάμε σούσι και κάθησα με μια τρελή χαρά μόνη στο τραπέζι και ήρθε ο σερβιτόρος και με ρώτησε τί θα ήθελα να πάρω εκτός από σούσι γιατί λείπει σε άδεια ο μάγειρας. Ξενέρα? Οπότε ποτέ σούσι στην Ελλάδα. Οι υπόλοιποι να το κόψετε.

Κοιτούσα τη λίστα με τα καλύτερα εστιατόρια του κόσμου. Μου άρεσε το δανέζικο που βγήκε πρώτο.. "Εδώ δεν θα βρείτε ελαιόλαδο, σάλτσες με ντομάτες, κτλ κτλ ...γυρίσαμε όλη τη Σκανδίναβία και μαζέψαμε το τάδε μυρωδικό, το μαγειρέψαμε με το τάδε ψαρικό, κτλ, κτλ". Απλά ωραίοι, δηλαδή σιγά τη ντομάτα που θα έτρωγες Σκανδιναβία ακόμα κι αν σου την έφερναν παραγγελία με αεροπλάνο μόνο για σένα. Τώρα για τη δική τους κουζίνα, να πω την αλήθεια δεν την γνωρίζω, μου είχε αρέσει σίγουρα η καθαρότητα της φιλανδικής αλλά τώρα το γκουρμέ σκανδιναβέζικο θα μ' ενδιέφερε να το δοκιμάσω σίγουρα, πρώτο στον κόσμο δεν ξέρω αν θα το έβγαζα. Αν και αυτές οι λίστες είναι πάντα μούφα, δηλαδή η γεύση μας εξαρτάται τόσο πολύ από το τί έχουμε μάθει να τρώμε που όσο γευσιγνώστης και εκπαιδευμένος να είναι κάποιος, δύσκολα θα φτάσει στο σημείο να μπορεί να εκτιμήσει πλήρως μια ξένη ή απλώς κάπως οικεία κουζίνα. Είναι λίγο σαν το κρασί. Οι τυποποιημένες καλιφορνέζικες ποικιλίες, όσο καλές κι αν γίνουν -που έχουν γίνει- με τίποτα δεν θα μπορεσουν να φτάσουν τις εκπλήξεις που μπορεί να κρύβουν τα κρασιά μικρότερων παραγωγών για αυτούς που γνωρίζουν τη συγκεκριμένη όποια παραγωγή. Και φυσικά θα είναι κρίμα αν οι μικροί παραγωγοί που έχουν από λίγους αλλά φανατικούς οπαδούς αντιγράψουν την στάνταρντ ποικιλία, όσο καλή κι αν είναι, για να πιάσουν ευρύτερο κοινό. Δεν είμαι υπέρ του ενός και κατά του άλλου, απλά άλλο το ένα, άλλο το άλλο, σε καμία περίπτωση ανταγωνιστικά, στην καλύτερη περίπτωση συνεργατικά. Αλλά δεν μπορεί τώρα να το παίζει και ο κάθε άσχετος γευσιγνώστης. Γευσιγνώστρια δεν είμαι αλλά μάλλον έχω πιεί μεγαλώνοντας τόσες διαφορετικές εκδοχές του ξινόμαυρου που πια ... πάει η γλώσσα μόνη της... ή κάτι τέτοιο, το κρασί που κάνει ο πατέρας μου ας πούμε το αναγνωρίζω σχεδόν, κι ας είναι κάθε χρόνο διαφορετικό. Αν το άλλαζε πολύ και ξαφνικά, αν αντέγραφε, ε δεν θα ήταν το ίδιο. Μικροί πειραματισμοί και λίγο λίγο, μερικές φορές επιτυχείς, άλλοι ατυχείς. Ένα πράγμα πάντως που μπορώ να πω με σιγουριά και ισχύει για τα πάντα, τοπική κουζίνα, κρασί, design, επιχειρηματικότητα, κτλ κτλ είναι ότι... overnight success takes many many years. Γι' αυτό λοιπόν και είμαι συνήθως καχύποπτη με ότι καινοφανές, ποτέ με ότι νέο που αντιθέτως με συναρπάζει. Τίγκα στον μοραλισμό αυτή η παράγραφος χαχα... παρακάτω λοιπόν..

Πέρασα και την υπόλοιπη λίστα με τα καλύτερα εστιατόρια και τα τσέκαρα ένα ένα να δω τί μενού είχαν. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, κυριαρχεί ακόμη η μοριακή γαστρονομία, αφροί, αφροί και πάλι αφροί και δηλώσεις του τί σχέση έχει η γαστρονομία με το design. Spare me. Χωρίς να γνωρίζω, νομίζω ότι θέλει κι άλλη δουλειά για να φτάσει ο συγκεκριμένος τρόπος μαγειρέματος σε κάτι πραγματικά μεστό, προς το παρόν μάλλον λίγα ενδιαφέροντα πράγματα κι εκεί. Πάντως να πω ότι οι τιμές στα περισσότερα, ακόμη και σε αυτά που πρέπει να κλείσεις έναν χρόνο νωρίτερα, ήταν λογικές. Όταν λέμε λογικές εννοώ ότι ήταν μεν ακριβές αλλά ακόμη και εγω αν ήθελα ντε και καλά να πάω να φάω εκεί, ε θα μπορούσα. Σε μερικά από αυτά μάλιστα το μεσημεριανό κόστιζε όσο ένα βραδυνό σε ένα απλώς ακριβό ετσιατόριο της Αθήνας. Μάλλον δεν θα το έκανα αλλά με εξέπληξε που αν ντε και καλά ήθελα -και κατά καιρούς θέλησα- θα μπορούσα.

Για την ώρα, επειδή έχουμε κρίση λένε ότι θα γυρίσουμε στα δικά μας και στα απλά, ραδίκια ποσέ, πίτες κτλ. Και ότι όσοι έχουμε κήπο θα βάλουμε κανένα κρεμμυδάκι, καμιά ντοματούλα. Και θα τρώμε και όσπρια. Εγώ πάντως τα τελευταία πόσα χρόνια που ζω στην Ελλάδα θυμάμαι μόνο μερικές στιγμές που με ενοχές αγόραζα κρεμμυδάκια και ντομάτες γιατί απλά δεν μπόρεσα να πάω ως το χωριό να πάρω από τα δικά μας. Αν πάλι κάποιος από τους γονείς μου ερχόταν σπίτι και έπαιρνε το μάτι τους ότι αγόρασα κάτι τέτοιο απ' έξω, στην καλύτερη των περιπτώσεων θα απορούσαν και θα ρωτούσαν μα γιατί πήγες και αγόρασες κρεμμυδάκια, τόσα έχουμε. Ε, δεν έχουν άδικο. Καθώς περιτριγύριζα χθες τους διαδρόμους του σούπερ μάρκετ, μιλούσα στο τηλέφωνο με έναν φίλο μου για την κρίση και πως είναι η Ελλάδα και τα συνηθισμένα για τα οποία λέμε εδώ και χρόνια και με ρώτησε που βρίσκομαι και όταν του είπα, μου λέει κοίτα γύρω σου, πιπεριές Φλωρίνης από την Τουρκία, μήλα από την Ιταλία, μόνο κάτι γάλατα δικά μας και αυτά πανάακριβα. Βγαίνοντας από το σούπερ πήγα σε όλα, ΟΛΑ όμως, τα μανάβικα και έψαχνα σπαράγγια, που όπως διάβασα στο ίντερνετ βγαίνουν στην Μακεδονία και την Θράκη από Μάρτιο μέχρι Μάιο. Βρήκα πουθενά? Όχι. Και με κοιτούσαν και περίεργα κιόλας. Οπότε αν ξέρει κάποιος να που πει κοντα σε τί περιοχές φυτρώνουν, για να πάω να μαζέψω μόνη μου τίποτα άγρια, που λένε ότι είναι και τα πιο νόστιμα.

Γενικά είμαι λίγο μπερδεμένη με την κρίση για τον εξής λόγο: όσοι τονίζουν τα κάποια θετικά λένε ότι επιτέλους θα μάθουμε να κόβουμε τα περιττά και θα γυρίσουμε στα ουσιώδη, στα οικεία, στα απλά. Δεν μπορώ να είμαι αισιόδοξη γι' αυτό για δύο λόγους: 1. πρακτικά αυτό έκανα και εγώ και πολλοί άλλοι εδώ και χρόνια που τρώγαμε από τα δικά μας κρεμμυδάκια, ντομάτες, πατάτες, κτλ. κτλ., (που καίγαμε την θέρμανση ήδη στο χαμηλό, που είχαμε μικρά, μεταχειρισμένα αυτοκίνητα, που το ένα, που το άλλο), οπότε τώρα τί πρέπει να κάνουμε? και 2. με τον τίτλο του "περιττού" όπως φαίνεται από το αρχικό παράδειγμα του σούσι καταλαβαίνει κανείς ότι ο μέσος Έλληνας δεν μπορεί να εκτιμήσει κάτι ωραίο παρά μόνο αν είναι ακριβό, ξόδεψε λοιπόν τόσα χρόνια πολλά λεφτά και όμως δεν εκπαιδεύτηκε ούτε στο ελάχιστο σε κάποια γνώση, σε κάποια εκτίμηση, σε κάποιον κοσμοπολιτισμό, σε λίγο πιο ανοιχτό μυαλό ρε παιδί μου, σε οτιδήποτε του έδωσαν πρόσβαση τα χρήματα και μια κάποια ευμάρεια, πως πάει το μάτι του Ιταλού κατευθείαν στο φτιαγμένο-με-μεράκι, πως πάει το μάτι του Δανού κατευθείαν στο υπέροχα-απλό-σχεδιασμένο, ε για εμάς δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα διαφορετικό από το πως πάει το μάτι στη γκλαμουριά και το φανταζί. Και τώρα πρέπει να γυρίσουμε πίσω να ξαναμάθουμε τα δικά μας, μέσα από αυτή τη διαδικασία να ξαναβρούμε την αίσθηση του ωραίου, να εκπαιδευτούμε στο να ζυγιάζουμε πράγματα, να κατανοήσουμε τις ανάγκες μας και να εκτιμήσουμε τη δημιουργία, μπας και κάποια στιγμή αφού κάνουμε όοοοοολα αυτά, καταφέρουμε και βγάλουμε και λίγο εξωστρέφεια, σαν πολιτισμός αλλά και σαν "παράγουμε κάτι επιτέλους" και συντονιστούμε με τον υπόλοιπο κόσμο? SPARE ME!

20100412

my gloom is larger and runs deeper


..

Η Ελληνική αστική ατμόσφαιρα παλαιότερων δεκαετιών, όπου στο λεωφορείο οι άντρες σηκωνόταν για να κάτσουν όσες γυναίκες ήταν όρθιες και δεν μπορείς παρά να χασκογελάσεις λίγο αυτάρεσκα παρόλη την καταπίεση του φύλου μου, κατάφωρα, καθημερινά, μια ζωή, σε χίλια δυό επίπεδα. Η Ελληνική ατμόσφαιρα μιας γειτονιάς άλλων δεκαετιών, όπου οι γυναίκες φουκαλίζουν τον οντά και ρίχνουν νερά στις αυλές τους και κυλάει αυτό στα σκαλάκια και καλημερίζονται και πίνουν καφέδες και το μεσημέρι βγαίνει διαφορετική μυρωδιά από κάθε σπίτι και τα μυστικά είναι καλά κρυμμένα στον όποιον παρατηρητή. Το ελληνικό μπακάλικο πολλά χρόνια πριν, με ντόπια προιόντα αραδιασμένα στα ράφια, περιποιημένα, καθαρά, με φροντίδα, μια απίστευτη ποικιλία και αφθονία χρωμάτων ακόμη και μπροστά στα δικά μου μάτια που δεν μεγάλωσα μέσα στην φτώχεια και την πείνα. Το παλιό ζαχαροπλαστείο, όπου ακόμη και οι καραμέλες είναι στοιβαγμένες μία μία με τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν ωραία σχήματα και έρχονται και σε κερνάνε και ένα λουκουμάκι. Τα θρυλικά πάθη αποτυπωμένα σε ονόματα οδών όπως "η καρδιά που δακρύζει από πόνο". Τα κάποτε απενεχοποιημένα αλλά επίσης δύσκολα πάθη που αποτυπώνονται σε οδούς με ονόματα όπως "το σοκάκι των εθισμένων". Η ευλάβεια των πιστών, η προνομιούχος θέση του ιερέα, η πανταχού παρών ύπαρξη της θρησκείας. Η εθνική περηφάνεια. Ένα μικρό κομμάτι της Τουρκίας του σήμερα.

Και τώρα το μεγάλο κομμάτι. Μια απίστευτα καθαρή Πόλη, όχι μόνο στο κέντρο αλλά και στις περιφέρειες της, ρέματα που δεν είναι μπαζωμένα και βρώμικα, αλλά καθαρά και περιποιημένα, επαγγελματίες στον τουρισμό παντού, επαγγελματίες με τόσο ευχάριστο και όχι γραφικό τρόπο που θα τους έλεγες γνήσια φιλόξενους και εγώ πάντως το είπα. Άψογες συγκοινωνίες με λεωφορείο, λεωφορειάκι, τραμ, τελεφερίκ, καραβάκι, κτλ κτλ για να εξυπρετήσουν 12 εκατ. ανθρώπων απλωμένων σε μια τοπογραφία λόφων και θάλασσας που μαγεύει με τη θέα της. Απουσία καρικατούρας. Δηλαδή έψαχνα και δεν βρήκα ένα μαγαζάκι να πουλάει το 'προφανές' -αρκουδάκι κάποιου είδους που να γράφει επάνω "Turkey", συναφή μπρελόκ, κτλ. Απουσία αγένειας. Ανάσα. Δεν άκουσα κανέναν να ουρλιάζει στο κινητό του, δεν με έσπρωξε κανένας στον δρόμο, δεν μου έκλεισε κανένας την πόρτα στα μούτρα. Πανεπιστήμια κρατικά και ιδιωτικά σε όμορφες τοποθεσίες, καθαρά και φιλόξενα, Παρασκευή απόγευμα και οι καταπληκτικές τους βιβλιοθήκες να είναι γεμάτες. Γυναίκες με καλυμμένα μαλλιά, γυναίκες με φουξ μαλλιά, γυναίκες με μαλλιά κομμωτηρίου και απουσία γυναικών με οξυζεναρισμένα μαλλιά. Γυναίκες με μακριές κελεμπίες, γυναίκες με ταγέρ, γυναίκες με τζην, γυναίκες πανκιά, γυναίκες με μίνι, γυναίκες με στυλάκια που ζήλεψα. Πάρκα. Που η έκταση τους είναι σχεδόν ίση με την πόλη που ζω. Διάσπαρτα παντού. Όχι ανάμεσα από πολυκατοικίες αλλά ανάμεσα από όμορφα σπίτια, θαυμάσια αρχοντικά και ταπεινά διώροφα με κήπους. Πεζοδρόμια. Όχι σπασμένα.

Η Ίστανμπουλ Μόντερν γεμάτη από έργα νέων καλλιτεχνών που γεννήθηκαν την ίδια χρονιά με μένα. Και πολλές γυναίκες ανάμεσα τους. Σε σημείο που αναρωτιόμουν μπας και το έκαναν επίτηδες τα 2 στα 3 έργα να είναι έργα γυναικών, μπορεί να μην ήταν τόσα αλλά τόσα μου φάνηκαν όπως κοιτούσα τα ονόματα με έκπληξη. Δεν θέλω να φύγω, σκεφτόμουν καθώς λιαζόμουν ένα πρωί έξω από ένα πρώην βιομηχανικό κτίριο και ρουφούσα ένα μείγμα λεμονάδας, lime, δυόσμου και δεν ξέρω γω και τί άλλο που μπροστά στο χυμό της Αμίτα που σου προσφέρεται να ρουφήξεις εδώ μου φαινόταν η απόλυτη χλίδα. Περιέργως εκείνη τη στιγμή σκεφτόμουν τους Cinematic Orchestra. Ακόμη πιο περιέργως εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένα τραγούδι τους να παίζει, είχαν και συναυλία σύντομα σε εκείνον τον χώρο. Περιέργως με έπιασε μια θλίψη, η θλίψη που με πιάνει όταν συνειδητοποιώ ότι εδώ που είμαι ποτέ δεν αντιστοιχεί αυτό που έχω στο μυαλό μου με το τί γίνεται εκεί έξω, και εκείνη την στιγμή μπορεί να ήταν μια αφορμή το τραγούδι αλλά θυμήθηκα με πίκρα ότι σε κανονικές συνθήκες, η αντιστοιχία του τί γίνεται στο μυαλό μου και το έξω, υπάρχει.

Συνήθως στα ταξιδιωτικά ποστ που έγραφα είχα ρε παιδί μου κάτι να πω έτσι πιο διαφορετικό, πιο φευγάτο, έπαιζα στο γήπεδο μου ένα πράμα. Στην Κωσταντινούπολη ένοιωσα σα να έφυγα από το χωριό μου για πρώτη φορά και να με πήγαν στην μεγάλη πόλη. Σα να βγήκα πρώτη φορά εξωτερικό. Σα να είδα πρώτη φορά αυτονόητα πράγματα και την αισιοδοξία μιας χώρας που πάει καλά. Περίμενα τα κλισέ. Ότι θα με μαγέψει το παλιό και ότι όποια σύγχρονη ανάπτυξη θα είναι τόσο έντονη και βίαιη που θα με ξενερώσει. Τίποτα από αυτά. Το χθες που ζεί και σήμερα, το σήμερα που φαίνεται να τους βγαίνει φυσιολογικά. Ούτε μία, ούτε δύο ταχύτητες. Πολλές ταχύτητες, νωχελικές και γρήγορες, και προς όλες τις μεριές. Ζήλεψα.

Είμαι έξω από το σταθμό των τρένων, σε 10' φεύγουμε για Θεσ/νίκη, οι άλλοι είναι μέσα αλλά λέω ας κάνω ένα τσιγάρο. Ο χρόνος που χρειάζεται για να γυρίσεις το κεφάλι στη γωνιά για να ανάψεις το τσιγάρο, ένα δυνατό μπαμ, να γυρίζω έκπληκτη και να βλέπω στα λίγα μέτρα ένα αυτοκίνητο να φλέγεται και να συνειδητοποιώ ότι δεν πρέπει να τρέξω προς τα εκεί για να δω τί έγινε αλλά να τρέξω μαζί με τόσους άλλους όσο πιο μακριά γίνεται γιατί μπορεί να γίνει κι άλλη έκρηξη. Και τρέχω μέσα στο σταθμό, χαιρετώ καινούριους και παλιούς φίλους, σύντομο briefing για το state of terrorism σήμερα στην Τουρκία, μπαίνω στο τρένο με τους υπόλοιπους και αναχωρούμε. Μα πιο ταιριαστή αποχώρηση από την Πόλη και με προορισμό την Ελλάδα δεν θα μπορούσα να φανταστώ.

20100303

your gloom is not my gloom

.

Επ, τί έγινε? Έχουμε κρίση? Χιχιχιχιχιχί....