20100619

we sat and put ourselves between us

.

Δεν μπορείς να φανταστείς πως είναι ο καιρός τελευταία... Κάνει ζέστη, πολύ ζέστη, μετά βρέχει, μετά έχει ακόμη περισσότερη ζέστη, μετά πιάνει καταιγίδα, αστράφτει αυτή τη στιγμή που κάθομαι στο μπαλκόνι, οι απέναντι μαζεύτηκαν, λέω να μπω κι εγώ μέσα.. κι όμως είναι ωραία, μου βρέχει λίγο τα πόδια εδώ που κάθομαι αλλά ας μαζευτώ κι εγώ. Έχω βάλει να ακούω και μια εκπομπή του ggl, μια από αυτές που έχω ακούσει πολλές φορές και δεν είναι ότι θα την περιέγραφα ανεπανάληπτη, απίστευτη, ουάου ή κάτι τέτοιο αλλά έχω κι εγώ τις εμμονές μου, υπάρχουν λίγα, μικρά πράγματα που χωρίς να ξέρω γιατί μου έρχεται να τ' αγκαλιάσω, να τα έχω κοντά μου, να τα αγαπάω, να μου είναι οικεία, να είναι το μικρό μου σύμπαν, ίσως να νομίζω ότι όλος ο κόσμος εν δυνάμει αποτελείται από πράγματα που βρίσκω όμορφα. Ωχ τί εύκολο μου έχει γίνει και το μπλα μπλα.

Μου έχει λείψει να κάθομαι και να μιλάω, να μιλάω, να μιλάω μέχρι να ξημερώσει και να μην έχουμε πάρει χαμπάρι ότι έχει ξημερώσει και να μην έχουμε να κάνουμε τίποτα την άλλη μέρα. Να σιωπούμε και να χαζεύουμε τα αστέρια και να μην έχουμε πάρει χαμπάρι ότι σιωπούμε και κοιτάμε τ' αστέρια, να προέκυψε απλώς, να έγινε από μόνο του γιατί ξεχαστήκαμε, γιατί δεν είχαμε τί αλλο να κάνουμε, ή μάλλον είχαμε αλλά το ξεχάσαμε να το κάνουμε, εκείνο, όχι το να κοιτάξουμε τ' αστέρια. Με έχει στοιχειώσει μια εικόνα που είχε περιγράψει παλιά ο Ovi στο blog του, που ήταν σπίτι του με την ωραία οικογένεια του που αγαπάει τόσο πολύ και τον λατρεύουν τόσο πολύ, δεν το έλεγε αυτό, το καταλαβαίναμε, και βγήκε μετά το φαγητό -νομίζω- μια βόλτα έξω- και πήγε και κάθισε δίπλα από μια λίμνη εκεί πάνω στην Φιλανδία και σκέφτηκε 'εκείνη', όχι ακριβώς τί να κάνει ή που να είναι αλλά εκείνο το πράμα που συμβαίνει όταν σκέφτεσαι κάποιον και τον νοιώθεις τόσο ζωντανά δίπλα σου, που σου έρχεται όλη η αύρα του, που βγαίνει από μέσα σου ένας εαυτός σου που υπήρξε σαν όνειρο, που είναι τόσο επαναστατικό, τόσο δυνατό, που όσο και να στρώσεις τη ζωή σου σε μια καθημερινότητα, ο έρωτας τελικά είναι επαναστατικός, ακόμη κι αν έχει λήξει, ακόμη κι αν πιστεύεις ότι δεν θα τον ξαναζήσεις, αρκεί μια φορά να τον έχεις ζήσει κι ας μείνεις μετά να μοιράζεις απλώς αγάπη ή να πορεύεσαι μόνος ή και τα δυό.

Σνιφφφ και να φανταστείς ότι δεν περιμένω καν περίοδο. Έχω μια φίλη που λέει ότι το γράψιμο είναι λυτρωτικό, μπορεί κα γι' αυτό να γράφω άλλο αν δημοσιεύω πλέον ελάχιστα, το θέμα είναι ότι οι φίλοι μου το ξέρετε πια το βλογ και όχι, δεν είναι ότι έχω κάτι να κρύψω, αλλά ώρες ώρες θα ήθελα να μην το ξέρετε για να μην ανησυχείτε, να μην νομίζετε ότι κάτι δεν πάει καλά, ω να μην σκανδαλίζεστε και να μην τρομάζετε με αυτό που βλέπετε. Πάντως αντικειμενικά μιλώντας όλα καλά οκ. Ακόμη περισσότερο βέβαια θα μου άρεζε κάποιος από αυτούς που διάβαζε να καταλάβαινε γιατί μπαίνω σε αυτή τη διαδικασία να πω εκείνο το πράμα, το άλλο, να με παρουσιάσω έτσι, αλλιώς, να διαβάσει ανάμεσα στις γραμμές, να διαβάσει 'εμένα' τέλοσπάντων και όχι αυτά που γράφω.

Μόλις μου ήρθε ότι μου λείπει ο μπιριμπίρης -τον θυμάστε εκείνον τον βλόγγερ?-. Για όσους με ρώτησαν τόσες φορές, να ξαναπώ ότι όχι δεν γνωριζόμασταν, οι υπόλοιποι δεν με ρώτησαν γιατί υπέθεσαν ότι γνωριζόμαστε και μάλιστα πολύ καλά. Τί ωραίο πράμα να βλέπουν οι άλλοι κάτι τέτοιο ε? Φαντάσου εγώ που έχω λυώσει στην ονλάιν, βίρτουαλ ζωή χρόνια πριν, να μου λείπει τόσο φριχτά ένας βλόγγερ που δεν έχω γνωρίσει. Αλλά με καταλάβαινε ένα πράμα από μακριά, τρόπος του λέγειν, από τις δυό, τρεις πρώτες λέξεις που θα έγραφα. Λοιπόν για τον μπιριμπίρη ανησυχώ και μάλιστα ανησυχώ για αυτό που ας τολμήσω τώρα να πω ότι εχμμ μήπως δεν είναι πια μαζί μας. Και δεν ξέρω κι αν θέλω να ξέρω. Μου πήρε ήδη δυό χρόνια να πω από εδώ τον φόβο μου και να πω ότι όχι όση ευχέρεια κι αν είχα να το ψάξω δεν το έψαξα και δεν θέλω, ναι τελικά μπορεί να μην θέλω να ξέρω. Μαύρη μαυρίλα ρίχνει η τρολ με κάτι τέτοια. Να θυμηθώ μόνο κάποια στιγμή να πάω επιτέλους να σώσω εκείνο το απίστευτο ποστ που είχε γράψει για την αυπνία, μην του σβήσουν το βλογ καμιά μέρα και χαθεί ένα κείμενο που ...μάτωνε ρε παιδιά. Ένα ακόμη από αυτά τα μικρά τα αγαπημένα τα δικά μου πράγματα, που μου αρέσει να μαζεύω, να συλλέγω σχεδόν, τόσο προσεκτικά όμως.

Ξέρεις, όταν δεν βρίσκω τέτοια πράγματα μαραζώνω. Κάποιος απέξω θα πει ότι ω της τρολ της αρέσουν οι εκπομπές του τζιτζιελ για τις μουσικές, για αυτά που λέει, ή ότι ο μπιριμπίρης είναι κάποιος που μπορεί και να ερωτεύτηκε ονλάιν και άλλα τέτοια και τελικά δεν είναι τίποτα από όλα αυτά αλλά αυτά είναι μικρές, πολύ μικρές ανάσες που με συνεφέρνουν όμως, που μου κάνουν καλή παρέα, που μου δείχνουν ότι ο κόσμος είναι όπως στο μυαλό μου, γεμάτος με απλά, όμορφα πράγματα ή ότι όλοι είμαστε φρικιά..

..ναι Deuced δεν την γλυτώνεις, ξέρω ότι διαβάζεις ακόμα. Μου λείπουν και τα δικά σου κείμενα, τα πιο παλιά. Μπορεί τα κείμενα του άλλου να μάτωναν, τα δικά σου έκοβαν όμως με το ξυράφι, τώρα βαριέμαι να σε διαβάζω και να πούμε όλοι την αλήθεια τα βλογ μας όσοι τα κρατήσαμε δεν τα χρησιμοποιούμε όπως παλιά πλέον. Ας έχει, η ζωή πάεο μπροστά αλλά ήταν ωραία έτσι?

Μόνο εγώ ψάχνω και πάλι από πού να πιαστώ? Η' μάλλον μόνο εγώ ψάχνω να βρω κι άλλους μπιριμπίριδες, κι άλλους παλιούς deuced-s, κι άλλους παλιούς(ναι και εκεί ισχύει) ggls? Και μάλιστα και στην αληθινή[sic] μου ζωή. Βάζω το χέρι μου στη φωτιά ότι μπλιμ μπλομ και εσύ διαβάζεις και εσύ συμφωνείς, αν όχι για τα πρόσωπα, σίγουρα για το όλο σκηνικό, ρε συ, εσύ σαν μπλιμ μπλομ υπήρξες ονλάιν με ελάχιστες λέξεις και πάλι τόσο δυνατά, ξέρεις πόσο γαμάτο είναι αυτό?

Με αυτό το ποστ νοιώθω λίγο σαν αυτό που περιέγραψε ο Ovi που καθόταν δίπλα από τη λίμνη και σκεφτόταν 'εκείνη'. Με έχει πληγώσει αυτό το πράγμα, το κάνω και εγώ, με έχει κάνει μοναχική, προβληματίζει σίγουρα όποιον έχω γύρω μου αλλά αλήθεια παιδιά δεν μπορώ, δεν μπορώ καθόλου αν μια στο τόσο δεν κάνω μια βουτιά έτσι στα πολύ βαθειά. Το ονομάζω ελευθερία.

Κι ας πάει επιτέλους κάποιος να σώσει εκείνο το απίστευτο κείμενο για την αυπνία.

20100429

we are poor

.

photo by Stratis Vogiatzis


Σκεφτόμουν προχθές πόσο μου αρέσει το σούσι. Και το σκεφτόμουν με αφορμή μια συνηθισμένη, χαζο-αστεία στιχομυθία, από αυτές που πάνε και καλά να διασκεδάσουν την κρίση -και καλά κάνουν αλλά οκ... λέει λοιπόν ένας: 'Τώρα με την κρίση θα κόψουμε και το σούσι' (και καλά) και απαντάει κάποιος άλλος 'Γιατί, σε ποιόν άρεσε?'. Σόρυ παιδιά αν είστε τόσο βλήματα που το τρώγατε με το ζόρι ενώ δεν σας άρεσε, εγώ αστείο σε αυτό δεν βρίσκω, ούτε καν κάτι παλαιομοδίτικα κωμικό ως καρικατούρα του δήθεν νεοπλουτισμού και μπλα μπλα... στην τελική το σούσι το λατρεύω και το λάτρεψα από την πρώτη στιγμή που το δοκίμασα. Φυσικά σε διάφορες χώρες βρίσκεις μια χαρά σούσι σε πολύ καλές τιμές, ενώ εδώ όχι, οπότε να πω την αλήθεια στην Ελλάδα σούσι δεν έχω φάει, αλλά όπου αλλού κι αν ήμουν δεν έχανα ευκαιρία να τσιμπήσω έστω και μια εξάδα california maki απλώς. Ωμό χέλι? Παιδιά πεθαίνω, είχα συγκλονιστεί με την γεύση. Τέλοσπαντων μια φορά μόνο στην Ελλάδα που μου είχε λείψει πολύ, ήταν να κατέβω Αθήνα, είχα μαζέψει και λεφτά, έκανα μια έρευνα και βρήκα που έχει καλό σούσι και είπα ότι οκ όσο κάνει θα πάω να φάω. Πήγα, και πήγα μόνη μου γιατί ντρεπόμουν να πω στους φίλους μου πάμε να φάμε σούσι και κάθησα με μια τρελή χαρά μόνη στο τραπέζι και ήρθε ο σερβιτόρος και με ρώτησε τί θα ήθελα να πάρω εκτός από σούσι γιατί λείπει σε άδεια ο μάγειρας. Ξενέρα? Οπότε ποτέ σούσι στην Ελλάδα. Οι υπόλοιποι να το κόψετε.

Κοιτούσα τη λίστα με τα καλύτερα εστιατόρια του κόσμου. Μου άρεσε το δανέζικο που βγήκε πρώτο.. "Εδώ δεν θα βρείτε ελαιόλαδο, σάλτσες με ντομάτες, κτλ κτλ ...γυρίσαμε όλη τη Σκανδίναβία και μαζέψαμε το τάδε μυρωδικό, το μαγειρέψαμε με το τάδε ψαρικό, κτλ, κτλ". Απλά ωραίοι, δηλαδή σιγά τη ντομάτα που θα έτρωγες Σκανδιναβία ακόμα κι αν σου την έφερναν παραγγελία με αεροπλάνο μόνο για σένα. Τώρα για τη δική τους κουζίνα, να πω την αλήθεια δεν την γνωρίζω, μου είχε αρέσει σίγουρα η καθαρότητα της φιλανδικής αλλά τώρα το γκουρμέ σκανδιναβέζικο θα μ' ενδιέφερε να το δοκιμάσω σίγουρα, πρώτο στον κόσμο δεν ξέρω αν θα το έβγαζα. Αν και αυτές οι λίστες είναι πάντα μούφα, δηλαδή η γεύση μας εξαρτάται τόσο πολύ από το τί έχουμε μάθει να τρώμε που όσο γευσιγνώστης και εκπαιδευμένος να είναι κάποιος, δύσκολα θα φτάσει στο σημείο να μπορεί να εκτιμήσει πλήρως μια ξένη ή απλώς κάπως οικεία κουζίνα. Είναι λίγο σαν το κρασί. Οι τυποποιημένες καλιφορνέζικες ποικιλίες, όσο καλές κι αν γίνουν -που έχουν γίνει- με τίποτα δεν θα μπορεσουν να φτάσουν τις εκπλήξεις που μπορεί να κρύβουν τα κρασιά μικρότερων παραγωγών για αυτούς που γνωρίζουν τη συγκεκριμένη όποια παραγωγή. Και φυσικά θα είναι κρίμα αν οι μικροί παραγωγοί που έχουν από λίγους αλλά φανατικούς οπαδούς αντιγράψουν την στάνταρντ ποικιλία, όσο καλή κι αν είναι, για να πιάσουν ευρύτερο κοινό. Δεν είμαι υπέρ του ενός και κατά του άλλου, απλά άλλο το ένα, άλλο το άλλο, σε καμία περίπτωση ανταγωνιστικά, στην καλύτερη περίπτωση συνεργατικά. Αλλά δεν μπορεί τώρα να το παίζει και ο κάθε άσχετος γευσιγνώστης. Γευσιγνώστρια δεν είμαι αλλά μάλλον έχω πιεί μεγαλώνοντας τόσες διαφορετικές εκδοχές του ξινόμαυρου που πια ... πάει η γλώσσα μόνη της... ή κάτι τέτοιο, το κρασί που κάνει ο πατέρας μου ας πούμε το αναγνωρίζω σχεδόν, κι ας είναι κάθε χρόνο διαφορετικό. Αν το άλλαζε πολύ και ξαφνικά, αν αντέγραφε, ε δεν θα ήταν το ίδιο. Μικροί πειραματισμοί και λίγο λίγο, μερικές φορές επιτυχείς, άλλοι ατυχείς. Ένα πράγμα πάντως που μπορώ να πω με σιγουριά και ισχύει για τα πάντα, τοπική κουζίνα, κρασί, design, επιχειρηματικότητα, κτλ κτλ είναι ότι... overnight success takes many many years. Γι' αυτό λοιπόν και είμαι συνήθως καχύποπτη με ότι καινοφανές, ποτέ με ότι νέο που αντιθέτως με συναρπάζει. Τίγκα στον μοραλισμό αυτή η παράγραφος χαχα... παρακάτω λοιπόν..

Πέρασα και την υπόλοιπη λίστα με τα καλύτερα εστιατόρια και τα τσέκαρα ένα ένα να δω τί μενού είχαν. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, κυριαρχεί ακόμη η μοριακή γαστρονομία, αφροί, αφροί και πάλι αφροί και δηλώσεις του τί σχέση έχει η γαστρονομία με το design. Spare me. Χωρίς να γνωρίζω, νομίζω ότι θέλει κι άλλη δουλειά για να φτάσει ο συγκεκριμένος τρόπος μαγειρέματος σε κάτι πραγματικά μεστό, προς το παρόν μάλλον λίγα ενδιαφέροντα πράγματα κι εκεί. Πάντως να πω ότι οι τιμές στα περισσότερα, ακόμη και σε αυτά που πρέπει να κλείσεις έναν χρόνο νωρίτερα, ήταν λογικές. Όταν λέμε λογικές εννοώ ότι ήταν μεν ακριβές αλλά ακόμη και εγω αν ήθελα ντε και καλά να πάω να φάω εκεί, ε θα μπορούσα. Σε μερικά από αυτά μάλιστα το μεσημεριανό κόστιζε όσο ένα βραδυνό σε ένα απλώς ακριβό ετσιατόριο της Αθήνας. Μάλλον δεν θα το έκανα αλλά με εξέπληξε που αν ντε και καλά ήθελα -και κατά καιρούς θέλησα- θα μπορούσα.

Για την ώρα, επειδή έχουμε κρίση λένε ότι θα γυρίσουμε στα δικά μας και στα απλά, ραδίκια ποσέ, πίτες κτλ. Και ότι όσοι έχουμε κήπο θα βάλουμε κανένα κρεμμυδάκι, καμιά ντοματούλα. Και θα τρώμε και όσπρια. Εγώ πάντως τα τελευταία πόσα χρόνια που ζω στην Ελλάδα θυμάμαι μόνο μερικές στιγμές που με ενοχές αγόραζα κρεμμυδάκια και ντομάτες γιατί απλά δεν μπόρεσα να πάω ως το χωριό να πάρω από τα δικά μας. Αν πάλι κάποιος από τους γονείς μου ερχόταν σπίτι και έπαιρνε το μάτι τους ότι αγόρασα κάτι τέτοιο απ' έξω, στην καλύτερη των περιπτώσεων θα απορούσαν και θα ρωτούσαν μα γιατί πήγες και αγόρασες κρεμμυδάκια, τόσα έχουμε. Ε, δεν έχουν άδικο. Καθώς περιτριγύριζα χθες τους διαδρόμους του σούπερ μάρκετ, μιλούσα στο τηλέφωνο με έναν φίλο μου για την κρίση και πως είναι η Ελλάδα και τα συνηθισμένα για τα οποία λέμε εδώ και χρόνια και με ρώτησε που βρίσκομαι και όταν του είπα, μου λέει κοίτα γύρω σου, πιπεριές Φλωρίνης από την Τουρκία, μήλα από την Ιταλία, μόνο κάτι γάλατα δικά μας και αυτά πανάακριβα. Βγαίνοντας από το σούπερ πήγα σε όλα, ΟΛΑ όμως, τα μανάβικα και έψαχνα σπαράγγια, που όπως διάβασα στο ίντερνετ βγαίνουν στην Μακεδονία και την Θράκη από Μάρτιο μέχρι Μάιο. Βρήκα πουθενά? Όχι. Και με κοιτούσαν και περίεργα κιόλας. Οπότε αν ξέρει κάποιος να που πει κοντα σε τί περιοχές φυτρώνουν, για να πάω να μαζέψω μόνη μου τίποτα άγρια, που λένε ότι είναι και τα πιο νόστιμα.

Γενικά είμαι λίγο μπερδεμένη με την κρίση για τον εξής λόγο: όσοι τονίζουν τα κάποια θετικά λένε ότι επιτέλους θα μάθουμε να κόβουμε τα περιττά και θα γυρίσουμε στα ουσιώδη, στα οικεία, στα απλά. Δεν μπορώ να είμαι αισιόδοξη γι' αυτό για δύο λόγους: 1. πρακτικά αυτό έκανα και εγώ και πολλοί άλλοι εδώ και χρόνια που τρώγαμε από τα δικά μας κρεμμυδάκια, ντομάτες, πατάτες, κτλ. κτλ., (που καίγαμε την θέρμανση ήδη στο χαμηλό, που είχαμε μικρά, μεταχειρισμένα αυτοκίνητα, που το ένα, που το άλλο), οπότε τώρα τί πρέπει να κάνουμε? και 2. με τον τίτλο του "περιττού" όπως φαίνεται από το αρχικό παράδειγμα του σούσι καταλαβαίνει κανείς ότι ο μέσος Έλληνας δεν μπορεί να εκτιμήσει κάτι ωραίο παρά μόνο αν είναι ακριβό, ξόδεψε λοιπόν τόσα χρόνια πολλά λεφτά και όμως δεν εκπαιδεύτηκε ούτε στο ελάχιστο σε κάποια γνώση, σε κάποια εκτίμηση, σε κάποιον κοσμοπολιτισμό, σε λίγο πιο ανοιχτό μυαλό ρε παιδί μου, σε οτιδήποτε του έδωσαν πρόσβαση τα χρήματα και μια κάποια ευμάρεια, πως πάει το μάτι του Ιταλού κατευθείαν στο φτιαγμένο-με-μεράκι, πως πάει το μάτι του Δανού κατευθείαν στο υπέροχα-απλό-σχεδιασμένο, ε για εμάς δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα διαφορετικό από το πως πάει το μάτι στη γκλαμουριά και το φανταζί. Και τώρα πρέπει να γυρίσουμε πίσω να ξαναμάθουμε τα δικά μας, μέσα από αυτή τη διαδικασία να ξαναβρούμε την αίσθηση του ωραίου, να εκπαιδευτούμε στο να ζυγιάζουμε πράγματα, να κατανοήσουμε τις ανάγκες μας και να εκτιμήσουμε τη δημιουργία, μπας και κάποια στιγμή αφού κάνουμε όοοοοολα αυτά, καταφέρουμε και βγάλουμε και λίγο εξωστρέφεια, σαν πολιτισμός αλλά και σαν "παράγουμε κάτι επιτέλους" και συντονιστούμε με τον υπόλοιπο κόσμο? SPARE ME!

20100412

my gloom is larger and runs deeper


..

Η Ελληνική αστική ατμόσφαιρα παλαιότερων δεκαετιών, όπου στο λεωφορείο οι άντρες σηκωνόταν για να κάτσουν όσες γυναίκες ήταν όρθιες και δεν μπορείς παρά να χασκογελάσεις λίγο αυτάρεσκα παρόλη την καταπίεση του φύλου μου, κατάφωρα, καθημερινά, μια ζωή, σε χίλια δυό επίπεδα. Η Ελληνική ατμόσφαιρα μιας γειτονιάς άλλων δεκαετιών, όπου οι γυναίκες φουκαλίζουν τον οντά και ρίχνουν νερά στις αυλές τους και κυλάει αυτό στα σκαλάκια και καλημερίζονται και πίνουν καφέδες και το μεσημέρι βγαίνει διαφορετική μυρωδιά από κάθε σπίτι και τα μυστικά είναι καλά κρυμμένα στον όποιον παρατηρητή. Το ελληνικό μπακάλικο πολλά χρόνια πριν, με ντόπια προιόντα αραδιασμένα στα ράφια, περιποιημένα, καθαρά, με φροντίδα, μια απίστευτη ποικιλία και αφθονία χρωμάτων ακόμη και μπροστά στα δικά μου μάτια που δεν μεγάλωσα μέσα στην φτώχεια και την πείνα. Το παλιό ζαχαροπλαστείο, όπου ακόμη και οι καραμέλες είναι στοιβαγμένες μία μία με τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν ωραία σχήματα και έρχονται και σε κερνάνε και ένα λουκουμάκι. Τα θρυλικά πάθη αποτυπωμένα σε ονόματα οδών όπως "η καρδιά που δακρύζει από πόνο". Τα κάποτε απενεχοποιημένα αλλά επίσης δύσκολα πάθη που αποτυπώνονται σε οδούς με ονόματα όπως "το σοκάκι των εθισμένων". Η ευλάβεια των πιστών, η προνομιούχος θέση του ιερέα, η πανταχού παρών ύπαρξη της θρησκείας. Η εθνική περηφάνεια. Ένα μικρό κομμάτι της Τουρκίας του σήμερα.

Και τώρα το μεγάλο κομμάτι. Μια απίστευτα καθαρή Πόλη, όχι μόνο στο κέντρο αλλά και στις περιφέρειες της, ρέματα που δεν είναι μπαζωμένα και βρώμικα, αλλά καθαρά και περιποιημένα, επαγγελματίες στον τουρισμό παντού, επαγγελματίες με τόσο ευχάριστο και όχι γραφικό τρόπο που θα τους έλεγες γνήσια φιλόξενους και εγώ πάντως το είπα. Άψογες συγκοινωνίες με λεωφορείο, λεωφορειάκι, τραμ, τελεφερίκ, καραβάκι, κτλ κτλ για να εξυπρετήσουν 12 εκατ. ανθρώπων απλωμένων σε μια τοπογραφία λόφων και θάλασσας που μαγεύει με τη θέα της. Απουσία καρικατούρας. Δηλαδή έψαχνα και δεν βρήκα ένα μαγαζάκι να πουλάει το 'προφανές' -αρκουδάκι κάποιου είδους που να γράφει επάνω "Turkey", συναφή μπρελόκ, κτλ. Απουσία αγένειας. Ανάσα. Δεν άκουσα κανέναν να ουρλιάζει στο κινητό του, δεν με έσπρωξε κανένας στον δρόμο, δεν μου έκλεισε κανένας την πόρτα στα μούτρα. Πανεπιστήμια κρατικά και ιδιωτικά σε όμορφες τοποθεσίες, καθαρά και φιλόξενα, Παρασκευή απόγευμα και οι καταπληκτικές τους βιβλιοθήκες να είναι γεμάτες. Γυναίκες με καλυμμένα μαλλιά, γυναίκες με φουξ μαλλιά, γυναίκες με μαλλιά κομμωτηρίου και απουσία γυναικών με οξυζεναρισμένα μαλλιά. Γυναίκες με μακριές κελεμπίες, γυναίκες με ταγέρ, γυναίκες με τζην, γυναίκες πανκιά, γυναίκες με μίνι, γυναίκες με στυλάκια που ζήλεψα. Πάρκα. Που η έκταση τους είναι σχεδόν ίση με την πόλη που ζω. Διάσπαρτα παντού. Όχι ανάμεσα από πολυκατοικίες αλλά ανάμεσα από όμορφα σπίτια, θαυμάσια αρχοντικά και ταπεινά διώροφα με κήπους. Πεζοδρόμια. Όχι σπασμένα.

Η Ίστανμπουλ Μόντερν γεμάτη από έργα νέων καλλιτεχνών που γεννήθηκαν την ίδια χρονιά με μένα. Και πολλές γυναίκες ανάμεσα τους. Σε σημείο που αναρωτιόμουν μπας και το έκαναν επίτηδες τα 2 στα 3 έργα να είναι έργα γυναικών, μπορεί να μην ήταν τόσα αλλά τόσα μου φάνηκαν όπως κοιτούσα τα ονόματα με έκπληξη. Δεν θέλω να φύγω, σκεφτόμουν καθώς λιαζόμουν ένα πρωί έξω από ένα πρώην βιομηχανικό κτίριο και ρουφούσα ένα μείγμα λεμονάδας, lime, δυόσμου και δεν ξέρω γω και τί άλλο που μπροστά στο χυμό της Αμίτα που σου προσφέρεται να ρουφήξεις εδώ μου φαινόταν η απόλυτη χλίδα. Περιέργως εκείνη τη στιγμή σκεφτόμουν τους Cinematic Orchestra. Ακόμη πιο περιέργως εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένα τραγούδι τους να παίζει, είχαν και συναυλία σύντομα σε εκείνον τον χώρο. Περιέργως με έπιασε μια θλίψη, η θλίψη που με πιάνει όταν συνειδητοποιώ ότι εδώ που είμαι ποτέ δεν αντιστοιχεί αυτό που έχω στο μυαλό μου με το τί γίνεται εκεί έξω, και εκείνη την στιγμή μπορεί να ήταν μια αφορμή το τραγούδι αλλά θυμήθηκα με πίκρα ότι σε κανονικές συνθήκες, η αντιστοιχία του τί γίνεται στο μυαλό μου και το έξω, υπάρχει.

Συνήθως στα ταξιδιωτικά ποστ που έγραφα είχα ρε παιδί μου κάτι να πω έτσι πιο διαφορετικό, πιο φευγάτο, έπαιζα στο γήπεδο μου ένα πράμα. Στην Κωσταντινούπολη ένοιωσα σα να έφυγα από το χωριό μου για πρώτη φορά και να με πήγαν στην μεγάλη πόλη. Σα να βγήκα πρώτη φορά εξωτερικό. Σα να είδα πρώτη φορά αυτονόητα πράγματα και την αισιοδοξία μιας χώρας που πάει καλά. Περίμενα τα κλισέ. Ότι θα με μαγέψει το παλιό και ότι όποια σύγχρονη ανάπτυξη θα είναι τόσο έντονη και βίαιη που θα με ξενερώσει. Τίποτα από αυτά. Το χθες που ζεί και σήμερα, το σήμερα που φαίνεται να τους βγαίνει φυσιολογικά. Ούτε μία, ούτε δύο ταχύτητες. Πολλές ταχύτητες, νωχελικές και γρήγορες, και προς όλες τις μεριές. Ζήλεψα.

Είμαι έξω από το σταθμό των τρένων, σε 10' φεύγουμε για Θεσ/νίκη, οι άλλοι είναι μέσα αλλά λέω ας κάνω ένα τσιγάρο. Ο χρόνος που χρειάζεται για να γυρίσεις το κεφάλι στη γωνιά για να ανάψεις το τσιγάρο, ένα δυνατό μπαμ, να γυρίζω έκπληκτη και να βλέπω στα λίγα μέτρα ένα αυτοκίνητο να φλέγεται και να συνειδητοποιώ ότι δεν πρέπει να τρέξω προς τα εκεί για να δω τί έγινε αλλά να τρέξω μαζί με τόσους άλλους όσο πιο μακριά γίνεται γιατί μπορεί να γίνει κι άλλη έκρηξη. Και τρέχω μέσα στο σταθμό, χαιρετώ καινούριους και παλιούς φίλους, σύντομο briefing για το state of terrorism σήμερα στην Τουρκία, μπαίνω στο τρένο με τους υπόλοιπους και αναχωρούμε. Μα πιο ταιριαστή αποχώρηση από την Πόλη και με προορισμό την Ελλάδα δεν θα μπορούσα να φανταστώ.

20100303

your gloom is not my gloom

.

Επ, τί έγινε? Έχουμε κρίση? Χιχιχιχιχιχί....

20091122

indifference [almost]

.



Μπήκα στο σταθμό των ΚΤΕΛ να βγάλω εισιτήριο και μπήκα γρήγορα γιατί είχα αργήσει κι ας είχα όλο το πρωινό μπροστά μου για να ετοιμαστώ και να που θα έχανα το λεωφορείο και έδειχνα ανυπόμονη όσο περίμενα τον μπροστινό, μπας και τελειώσει πιο γρήγορα, αλλά είδα ότι δεν είχα βγάλει και λεφτά, πετάχτηκα να βγάλω και λεφτά, έτσι κι αλλιώς κάπου μέσα στην ανυπομονησία είχα ακούσει ότι το λεωφορείο είχε γεμίσει και θα έπαιρνα το επόμενο, και το μηχάνημα δεν είχε λεφτά και ξαναπήγα στην ουρά να κάνω τουλάχιστον κράτηση μη γεμίσει και το επόμενο, και ο κύριος μου είπε δεν μπορώ να κάνω κράτηση και έδειχνα πολύ τσατισμένη αλλά μάλλον απελπισμένη όταν τον ρωτούσα πού είναι η κοντινότερη τράπεζα, όπου πήγα περπατώντας γρήγορα και κόντευα να κλάψω πηγαίνοντας γιατί είχα περίοδο αλλά και γιατί είχα κανονίσει να με περιμένει ένας φίλος όταν φτάσω και έπρεπε να τον πάρω τώρα τηλέφωνο να του πω ότι κοίτα έλα πιο αργά ή μην έρχεσαι και σιγά το πράμα αλλά αν έχεις περίοδο αυτό είναι αρκετό για να σε συγχύσει σε τέτοιο βαθμό που να μη θέλεις ούτε τηλέφωνο να πάρεις, για την ακρίβεια να θέλεις να το πετάξεις κάπου μακριά, να γυρίσεις πίσω σπίτι και να μπεις κάτω από την κουβέρτα σου.


Φυσικά την τράπεζα δεν την βρήκα αμέσως, φυσικά ρώτησα κανα δυό άλλα άτομα που δεν ήταν σίγουροι πού είναι η τράπεζα ή μου είπαν να ρωτήσω ‘το παιδί στην πόρτα’. Και θα πρέπει να έδειχνα πολύ βασανισμένη καθώς ρωτούσα 'το παιδί στην πόρτα' γιατί όντως βιαζόμουν, όντως ήμουν ευγενική, όντως μου ερχόταν να ουρλιάξω. Και όταν γύρισα στο σταθμό και έβγαλα επιτέλους εισιτήριο πήγα και κάθισα σε μια καρέκλα, (θέλοντας να) δείχνοντας νευρική, με μισό νεύμα χαιρέτησα έναν από δίπλα που ήξερα γιατί δεν ήθελα και να μιλήσω, καταλαβαίνεις, μη-με-πλησιάζετε. Και δεν μπορούσα να καθίσω, άσε που φοβόμουνα μη μου πιάσει κουβέντα ο άλλος γιατί την προηγούμενη φορά που μου μίλησε μου είχε πεί για ανθρώπους που είναι όρνια με κοφτερά νύχια που θέλουν να σε ξεσκίσουν, το έκανε μάλιστα και παραστατικά (!), και μου χε δώσει το τηλέφωνο του και μου είχε πει αν θέλω την επόμενη φορά που θα είμαι 'επάνω' να πάω να μείνω μαζί του και επειδή στην συζήτηση ήμασταν τρεις, αυτός, εγώ και ο πατέρας μου, και οι τελευταίοι δύο δεν δείξαμε ούτε ένα μυϊκό σπασμό ρε παιδί μου στο πρόσωπο, ο άλλος χάρηκε που αυτή την ανταλλαγή κουβέντων την βρήκαμε νορμάλ και μας συμπάθησε, εμένα λίγο παραπάνω, αλλά καμιά φορά σκέφτομαι ποιοι είμαστε εμείς να πούμε ότι αυτός είναι το φρικιό, όπως και να ‘χει όταν φύγαμε από τη συζήτηση δεν μου είπε τίποτα και ο πατέρας μου γιατί και αυτός το ίδιο θα σκέφτηκε(!) αλλά και εγώ όταν πήγα 'επάνω' δεν τον πήρα τηλέφωνο. Ε, από τότε όταν τον βλέπω τον τύπο έξω, θέλω να τον αποφύγω γιατί ίσως πιστεύει ότι σε εκείνη την συζήτηση τον είχαμε κοροϊδέψει που το παίξαμε νορμάλ και κουλ, αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν προσποιηθήκαμε ούτε εγώ, ούτε ο πατέρας μου, απλά ήμασταν όντως νορμάλ, τώρα το ότι δεν τον πήρα εγώ τηλέφωνο ή τι σκέφτηκε ο πατέρας μου όταν μου είπε ο άλλος να πάω να μείνω σπίτι του, αυτά είναι τόσο πολύ ζητήματα εσωτερικής φύσεως που συγνώμη, αν μείνατε στη σκέψη σας σε προφανείς λόγους τότε δεν έχετε ιδέα για τι πράγμα μιλάμε.


Έτσι λοιπόν απομακρύνθηκα από τον τύπο και προχώρησα στην άλλη πλευρά των ΚΤΕΛ, έχοντας πια να διαχειριστώ την κρίση της περιόδου, ας συγκεντρωθούμε σε αυτό, είναι πιο πεζό, πιο κοινότοπο, και στην τελική το περνάω κάθε μήνα. Φευγαλέα μου πέρασε και από το μυαλό ότι ο τύπος με τα όρνια έχει και έναν αδερφό, πώς μου ήρθε αυτό τώρα δεν ξέρω, απλά πάντα κάποιος θα με ρωτούσε, εμένα ειδικά, αν γνωριζόμαστε με τον αδερφό του, σε σημείο που να αναρωτιέσαι γιατί επιμένουν να ξέρουν και μήπως οι άλλοι ξέρουν κάτι για σένα και τον άλλον που ούτε καν εσείς οι ίδιοι δεν γνωρίζετε. Τι θέλω και τα σκέφτομαι τώρα αυτα, ο άλλος μάλιστα λείπει χρόνια. Και έτσι μέσα στη σύγχυση και με ξινισμένη φάτσα χάζεψα εφημερίδες, περιοδικά, κόσμο, και όταν χαζεύω ηρεμώ, μπορώ να χαζεύω για ώρες, και με πολύ λίγα άτομα μπορώ να καθίσω ευχάριστα και άνετα για ώρα και να χαζεύω, και να πώ την αλήθεια, αυτό θα έπρεπε να το έχω σαν κριτήριο, ότι δηλαδή με ανθρώπους που συνδέθηκα βαθιά και αληθινά είχε σίγουρα προ-υπάρξει κάποια στιγμή που καθίσαμε σιωπηλοί για ώρα και ήταν όμορφα και πολύ άνετα. Ακόμη κι αν, ή μάλλον ιδιαιτέρως αν, είχαμε μόλις γνωριστεί. Αλλά ήταν τόση η ξινίλα μου εκείνη την ώρα που δεν μπορούσα να ευχαριστηθώ το χάζι, ήταν κάτι φοιτητές δίπλα μου που κάπνιζαν και ερχόταν όλος ο καπνός επάνω μου και μ’ ενοχλούσε απίστευτα. Το πιο γελοίο? Και εγώ καπνίζω. Μετακινήθηκα μάλιστα φανερά ενοχλημένη πιο πέρα όπως έχω δει να κάνουν όσοι έντονα δυσανασχετούν με τον καπνό, αν και αλήθεια εκείνη την στιγμή τόσο πολύ με ενοχλούσε και ευτυχώς είχε περάσει η ώρα και επιτέλους θα φεύγαμε, τουλάχιστον θα καθόμουν σε μια θέση για την επόμενη μιάμιση ώρα, εγώ και τα νεύρα μου, και θα αγνοούσα τον διπλανό μου, μπορεί να έκανα και πως κοιμάμαι.


Και καθώς περίμενα να μπω στο λεωφορείο, έρχεται κάποιος, ή μάλλον διαισθάνθηκα ότι έρχεται κάποιος προς το μέρος μου -περίεργο ε?-, οπότε γύρισα και είδα ότι όντως έρχεται κάποιος προς το μέρος μου(!), αλλά δεν τον ξέρω αυτόν που έρχεται προς το μέρος μου, -σκέφτηκα-, προς κάποιον άλλον θα πηγαίνει, παραξενεύτηκα όμως με τη διαίσθηση μου -τί με έκανε άραγε να γυρίσω?- και την ίδια στιγμή θα πρέπει να τον κοιτούσα με πολύ μπλαζέ ύφος επειδή αλήθεια πιστεύω ότι ΔΕΝ τον ξέρω τον τύπο -θα τον θυμόμουν ρε παιδί μου, 'κάτι' έχει, γοητευτικό και σκοτεινό θα το έλεγα-, προσπαθώ να μείνω αποστασιοποιημένη από αυτό που βλέπω και παράλληλα δεν μπορώ να τραβήξω το βλέμμα μου γιατί ο τύπος με κοιτάζει στα ίσια, -εμένα κοιτάζει τελικά?-, και λάμπουν τα μάτια του περίεργα, όλα-τα-λεφτά βλέμμα (aka to-die-for), -από πού κι ως πού με κοιτάζει έτσι?-, σα να με ξέρει πάρα πολύ καλά, μιλάμε για τα έγκατα, -πόσοι με ξέρουν τόσο καλά?-, μιλάμε ότι έτσι σε κοιτάει ο τύπος που σε ξεγύμνωσε, δεν έχει σχέση με τον έρωτα αυτό, ούτε το σεξ, είναι ένα βήμα πιο πέρα ή κάπου αλλού απλώς, -είναι δυνατόν? σκέφτηκα-, ένας τρίτος θα αναρωτιόταν 'τί έγινε ρε παιδιά?' (και όχι αν απλά γνωριζόμαστε) και εγώ δεν προλαβαίνω να περάσω από την απάθεια στο μου-κόβονται-τα-γόνατα γιατί πολύ απλά στέκεται πια μπροστά μου, ο γύρω κόσμος έχει εξαφανιστεί/σταματήσει και μου λέει ‘"τρολ" με θυμάσαι?’ και εγώ μένω τόσο κουλ και νορμάλ όσο ήμουν όταν άκουγα τον αδερφό του να μου λέει για όρνια και να πάω να μείνω μαζί του.

20091110

for free

.copyright || sillyrabit

ΧΑΡΙΖΕΤΑΙ πόλη 1.500.000 κατίκων, παραθαλάσια, ευάερη, με πολά μνημία, θέατρα, σινεμάδες, ω-ραίες βόλτες, εκθέσεις, σιναυλίες, 12 μουσεία, καλές εκδιλόσεις για βιβλία και αυτόνομο φεστιβάλ κινηματογράφου.

ΚΑΙ

με ερκοντίσιο

ΚΑΙ με δίμαρχο οδοντογιατρό

ΚΑΙ νομάρχι Ζορό

ΚΑΙ με πωδιλατόδρομο.

KAI με πολα κομοτιργια για να βαφοντε αι γκομενιτσες μες σαντρε

...και με πολιουχο...!!